Του Μιχάλη Πιτένη
Η δημοσιοποίηση της λίστας με τα ονόματα των γιατρών που, προκλητικότατα είναι η αλήθεια, φοροδιαφεύγουν θυμίζει τη λογική της ρωμαϊκής αρένας.
Το πλήθος που βλέπει τον άρτο να μειώνεται (βλέπε σκληρά και άδικα, σε πολλές περιπτώσεις, οικονομικά μέτρα) μπορεί να βολευτεί πλέον με «αίμα».
Βέβαια θα πουν πολλοί, και θα έχουν δίκιο, αυτό ζητά το πλήθος. «Αίμα», δηλαδή κάποιοι να πάνε φυλακή, να τιμωρηθούν, να διαπομπευτούν, να εξευτελιστούν!
Ποιο θα είναι όμως το κέρδος, πέρα απ΄ τις κάποιες δεκάδες, ή και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που θα εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία και το στιγματισμό ορισμένων επαγγελματιών;
Η ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος; Αν ναι, αυτό σημαίνει πως οι πολλοί θα αντιμετωπίσουν με μεγαλύτερη επιτυχία τις δυσκολίες που έχουν μπροστά τους, λόγω της επιβολής των σκληρών μέτρων που έτσι κι αλλιώς δημιουργούν ένα ζοφερό μέλλον για όλους αυτούς;
Η απάντηση πως η Πολιτεία, και εν προκειμένω η σημερινή Κυβέρνηση, προβαίνει σ΄ αυτές τις ενέργειες ερμηνεύοντας το «μήνυμα της κοινωνίας», έχει δύο εκδοχές.
Ή ότι η κοινωνία έστειλε λάθος μήνυμα, ή ότι η Πολιτεία το ερμήνευσε λάθος. Όποια και απ΄ τις δύο εκδοχές και αν ισχύει, η ευθύνη παραμένει πάντοτε την πλευρά της Πολιτείας.
Το ζητούμενο δεν είναι να διαπομπεύσουμε, τιμωρώντας τους έτσι, μια επαγγελματική τάξη, σήμερα τους γιατρούς, αύριο τους καθηγητές των ιδιαίτερων, στη συνέχεια τους δικηγόρους των εικονικών αμοιβών και πάει λέγοντας, αλλά να πείσουμε πως το θέλουμε πραγματικά να βάλουμε τέλος στο φαύλο και διεφθαρμένο καθεστώς που ισχύει στη χώρα μας, το οποίο όλοι εκτρέφουμε και συντηρούμε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κάτι που μπορεί να γίνει μόνο με έναν τρόπο.
Να υπάρχει σωστός και συνεχής έλεγχος, για να εφαρμόζονται και να τηρούνται οι νόμοι σε κάθε περίπτωση. Και αυτό μπορεί να γίνει χωρίς τη δημοσιοποίηση ονομάτων, αλλά αποτελεσμάτων, (βλέπε πάταξη φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής κ.α.) σε μόνιμη βάση, που στην πράξη μεταφράζεται στην είσπραξη πολλών περισσότερων εκατομμυρίων, απ΄ όσους πρέπει.
Εν ολίγοις, να πράξουμε το αυτονόητο. Ό,τι οφείλει να πράττει ένα οργανωμένο κράτος που σέβεται τον εαυτό του και τους πολίτες του και το αντίστροφο.
Αν ακολουθήσουμε τη λογική να διαπομπεύουμε κάθε επαγγελματική τάξη επειδή θα συλληφθούν κάποια μέλη της να παρανομούν, πολύ σύντομα θα φτάσουμε στο φαινόμενο η μισή κοινωνία μας να χλευάζει και να δείχνει με το δάχτυλο την άλλη μισή. Σήμερα είναι «η ώρα των γιατρών», αύριο των δημοσίων υπαλλήλων, μεθαύριο των κατασκευαστών κ.ο.κ.
Όσοι είναι γύρω στα πενήντα θα θυμούνται πως μια απ΄ τις χειρότερες συνέπειες της επιβολής της επτάχρονης δικτατορίας της χούντας των Συνταγματαρχών (21η Απριλίου 1967) στη χώρα μας, ήταν πως μέσα σ΄ αυτό το διάστημα η μισή, σχεδόν, Ελλάδα ήρθε απέναντι στην άλλη μισή, καθώς οι μεν κάρφωναν στην ασφάλεια τους δε.
Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να καταφέρουμε να κλείσουμε αυτή την πληγή και φυσικά δεν υπάρχει λόγος να ανοίξουμε μια ανάλογη, ιδιαίτερα σήμερα που η Δημοκρατία μας δεν είναι απλώς παγιωμένη και ισχυρή, αλλά και δεν χωρά τέτοιες πρακτικές, που θα την οδηγούσαν σε πισωγύρισμα.
Μια τέτοια λογική περισσότερο με αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης μοιάζει, καθώς στρέφουμε την προσοχή της στις περιπτώσεις, κρύβοντας έτσι την πραγματική εικόνα. Η φοροδιαφυγή και οι άλλες παθογένειες της κοινωνίας μας δεν αφορούν μόνο μερικούς, αλλά πάρα πολλούς.
Επίσης, είναι μια λογική που βολεύει σίγουρα τα άκρα και όσους, είτε αμφισβητούν ευθέως το Πολίτευμα μας, είτε το ροκανίζουν με διάφορα τεχνάσματα και λαϊκίστικες μεθόδους και στρατηγικές.
Τα άκρα όμως διογκώνονται και ευημερούν μόνον όσο ακολουθούμε πολιτικές και λογικές που εξωθούν τους πολλούς προς τα εκεί, διότι φοβούμαστε να τους πούμε πως το ζητούμενο δεν είναι ο στιγματισμός κάποιων, αλλά η εφαρμογή των ισχύοντων κανόνων. Εν ολίγοις, το ζήτημα δεν είναι αν ερμηνεύουμε σωστά το όποιο μήνυμα στέλνουν, αλλά αν ως οργανωμένη και ευνομούμενη Πολιτεία, εκπέμπουμε το σωστό μήνυμα, το οποίο αργά ή γρήγορα θα γίνει αντιληπτό και αποδεκτό.
Οι συνθήκες κάθε άλλο παρά εύκολες είναι σήμερα. Αυτό όμως επιβάλει περισσότερο από ποτέ άλλοτε να μην καταφύγουμε σε εύκολες, απλουστευτικές και ισοπεδωτικές λύσεις, όπως είναι «η λογικής της ρωμαϊκής αρένας».
Το δύσκολο είναι πλέον να επενδύσουμε στην πραγματική τάξη που συνεπάγεται η υλοποίηση του αυτονόητου, στέλνοντας το μήνυμα πως απ΄ εδώ και πέρα τα λόγια και οι πράξεις μας δεν θα έχουν μόνο εφήμερη αξία και εφαρμογή, αλλά σταθερή και διαχρονική.




























