Το ελληνικό ψυχόδραμα μπαίνει στην τελευταία του ίσως πράξη και η έξοδος διαφαίνεται τραγική και χωρίς κάθαρση.
Είναι κοινός τόπος πλέον ότι οι δανειστές φέρονται στους υπουργούς της χώρας με ωμό εκβιασμό και ανοιχτές απειλές . Αυτό μάλιστα όχι μόνο από τα ανώτατα επίπεδα (Μέρκελ, Σαρκοζί, Λαγκάρντ), αλλά και από τους απεσταλμένους τους στην Αθήνα, οι οποίοι, αν και μεσαία στελέχη γραφειοκρατίας, λειτουργούν ως ύπατοι αρμοστές σε αποικία ή ως επίτροποι, λέξη που ακούστηκε τελευταία και προσβληθήκαμε εθνικώς.
Ταυτόχρονα, είναι διάχυτη και αυξάνει συνεχώς η δυσαρέσκεια των Ελλήνων έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολλοί μιλούν μάλιστα με απροκάλυπτη εχθρότητα εναντίον της και αυτά ήδη καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται. Θα ήταν ίσως ενδιαφέρον αντικείμενο έρευνας το κατά πόσο αυτοί που εξαπολύουν μύδρους ήταν πριν από τρία χρόνια οι πιο φλογεροί ευρωπαϊστές. Πιστεύω πως για άλλη μια φορά, ως έθνος, χάνουμε το μέτρο: από την ευρωλαγνία, το εκκρεμές μετατοπίζεται στην ευρωφοβία κι ακόμη πιο πέρα.
Ακούγοντας και διαβάζοντας όσους κηρύσσουν πως πρέπει η χώρα να απεμπλακεί από τις ευρωπαϊκές δομές, θυμήθηκα ένα βιβλίο που προ δεκαετίας περίπου είχα διαβάσει, αφού είχε ήδη κάνει θραύση στην Αμερική (θεωρήθηκε η Βίβλος των νεοσυντηρητικών του προέδρου Μπους), στην Ευρώπη και ακόμη πιο πέρα. Μιλώ για την διαβόητη “Σύγκρουση των πολιτισμών“ του Σάμιουελ Χάντιγκτον. Πρόκειται περί ενός έργου που, δικαίως, προκάλεσε κύμα αντιδράσεων σ’ όλη την φιλελεύθερη διανόηση της Δύσης αλλά και σ’ όλον τον υπόλοιπο κόσμο, λόγω της μονομέρειας και της υπεραπλούστευσης της σκέψης του συγγραφέα, ο οποίος φαίνεται να προάγει συγκρουσιακές προοπτικές, στη βάση της θρησκείας ως κύριου γνωρίσματος πολιτισμού.
Σε κάποια σημεία του βιβλίου του, λοιπόν, ο Χάντιγκτον αναφέρεται και στην Ελλάδα, την οποία θεωρεί μη ευρωπαϊκή χώρα, επειδή είναι ορθόδοξη . Παραθέτω δύο μόνο χαρακτηριστικά αποσπάσματα : 1. “Πού τελειώνει η Ευρώπη; Η Ευρώπη τελειώνει εκεί που τελειώνει η Δυτική Χριστιανοσύνη και εκεί που αρχίζει το Ισλάμ και η Ορθοδοξία.“ 2. “…η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση ως ορθόδοξος ξένος στους δυτικούς οργανισμούς.“ Οι σκέψεις του είναι εντυπωσιακές για την απλότητά τους, αν όχι και απλοϊκότητα, ωστόσο καθένας που τις διαβάζει οφείλει να παραδεχτεί ότι εκφράζουν τους κρυφούς μας φόβους που τόσο καλά είχαμε καταχωνιάσει κάτω από την κάλπικη ευημερία και την παραμυθία των εορτοδανείων, των καγιέν και των επίσημων φωτογραφιών από τις συνόδους κορυφής, που μας έπεισαν ότι, ναι, πράγματι είμαστε Ευρωπαίοι.
Πολλές φορές στα τελευταία χρόνια ακούστηκε από χείλη ευρωπαίων αξιωματούχων ότι η Ελλάδα δεν έπρεπε να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ. Ακούσαμε επίσης ότι η είσοδός μας στην ΕΟΚ, τότε, έγινε λόγω του Καραμανλή, λόγω του φιλελληνισμού του Ζισκάρ ντ’ Εστέν και του Χέλμουτ Σμιτ ή ως κίνηση για την εδραίωση της νέας ελληνικής δημοκρατίας.
Αν δεχτούμε ότι οι Έλληνες, από την ίδρυση του εθνικού μας κράτους, κοιτάμε με λαχτάρα προς τη Δύση για να μάς σώσει από τα προβλήματά μας και, τελικά, από την μη ελεγχόμενη και ανορθολογική μας ιδιοσυγκρασία, χωρίς όμως ταυτόχρονα να μας αλλοτριώσει, αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι τελικά δεν “ανήκομεν εις την Δύσιν“. Τουλάχιστον όχι ψυχή τε και σώματι. Έλεγε σχετικά ο Τσαρούχης: “Αγαπώ την Κάλας και τη Σωτηρία Μπέλου. Και δεν αισθάνομαι διχασμένος“.
Έχει άραγε δίκιο ο Χάντιγκτον; Πάντοτε, βέβαια, λέγαμε αυτάρεσκα πως είμαστε σταυροδρόμι ηπείρων ή γέφυρα πολιτισμών, χωρίς όμως να συνειδητοποιούμε ότι αυτό ίσως και να είχε κάποια αναπόφευκτα αποτελέσματα. Άλλο η Λοζάνη, κι άλλο η Κοζάνη. Λέει σχετικά ο συγγραφέας μας: “Μια γέφυρα, όμως, δεν είναι παρά ένα τεχνητό κατασκεύασμα που ενώνει δυο σταθερές οντότητες, αλλά δεν ανήκει σε καμιά απ’ αυτές“. Θα είναι δύσκολο για το ελληνικό κράτος να διακηρύξει ότι δεν ανήκει πουθενά, όπως θα είναι δύσκολο και για τους Έλληνες να αποδεχθούν ότι είναι “έθνος ανάδελφον“. Θα είναι πιο δημιουργικό να καταλάβουμε ότι μεταξύ κρατών – στην Ε.Ε. μετέχουν πρωτίστως κράτη – δεν υπάρχουν φιλίες παρά μόνο συμμαχίες, οι οποίες διαρκούν όσο και οι λόγοι και τα συμφέροντα που ώθησαν τα κράτη στη συμμαχία. Επίσης πρέπει κάποτε να μάθουμε να στηριζόμαστε στα πόδια μας, ώστε να γίνουμε κάποτε υποκείμενα της ιστορίας, από αντικείμενα που είμαστε τώρα.
Είναι απαραίτητο, το τέλος της τραγωδίας που ζούμε να μάς βρει προσγειωμένους, αλλά όχι ηθικά κατεστραμμένους. Ένα ορθολογικό σχέδιο για ένα νέο ξεκίνημα είναι αναγκαίο. Τους όρους όμως του παιχνιδιού πρέπει να τους θέσει η ίδια η κοινωνία, οι πολίτες, ο λαός, να μην επιβληθούν από τις παρηκμασμένες ελίτ. Ας αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε την επόμενη μέρα. Κάποιοι άλλοι σίγουρα το κάνουν, άλλη μια φορά, πριν από μας για μας. Ας τους προλάβουμε και ας δώσουμε στην τραγωδία την έξοδο και την κάθαρση που πρέπει και μας αρμόζει.
Δημήτρης Μιμιλίδης
Πτ. Πολιτικής Επιστήμης


























