γράφει η Καλογήρου (Τούλα) Συρματένια
Φιλόλογος – Παιδαγωγός
Η Ελλάδα ανέθρεψε γενιές και γενιές με τα φώτα της και τον πολιτισμό της. Αυτή η χώρα, η χώρα μας, το λίκνο του πολιτισμού και της δημοκρατίας, έδωσε τα φώτα σ’ όλο τον κόσμο. Θαυμάστηκε στα πέρατα της γης και μιλούν με σεβασμό οι λαοί για την ιστορία μας. Κανείς δεν αγνοεί τους τραγικούς μας ποιητές τους φιλοσόφους μας, τους ρήτορές μας, τα κλασικά ελληνικά γράμματα. Όλοι σκύβουν με σεβασμό και θέλουν να τα σπουδάσουν. Οι Ισπανοί με τους οποίους επικοινωνώ τακτικά μας παραδέχονται και μας σέβονται.
Δυστυχώς όμως σήμερα βιώνουμε μιαν άλλη Ελλάδα. Μια πατρίδα που ξεχνά το παρελθόν της. Μια πατρίδα, που κοιτά πως να κάνει την κατεργαριά, πώς να παρανομήσει, πώς να παρασπονδήσει. Μαζί μ’αυτήν και οι πολίτες της. Έπαψαν να αγαπούν την ουσιαστική παιδεία, την δουλειά. Πιστεύουν στο εύκολο κέρδος. Στην εκμετάλλευση του άλλου, <<Στο θάνατό σου η ζωή μου>>. Το αλληλέγγυο, που ήταν στάση ζωής και νόμος επί Βυζαντίου, σήμερα εκλείπει παντελώς. Το κύριο μέλημα των περισσότερων είναι πως να προσποριστούν πόρους σε βάρος των συμπολιτών τους, με απόλυτη αδιαφορία ακόμη και για τις ζωές τους.
Οι δημόσιες υπηρεσίες, που κάποτε ήταν στην υπηρεσία του πολίτη και φρόντιζαν να τον εξυπηρετήσουν, σήμερα σχεδόν αδιαφορούν. Δεν σηκώνουν τηλέφωνο. Επί ημέρες ολόκληρες μπορεί κανείς να προσπαθεί να εξυπηρετηθεί τηλεφωνικά σε κάποια δημόσια υπηρεσία μάταια. Κανείς δε φιλοτιμείται να σηκώσει το τηλέφωνο και να απαντήσει δίνοντας κάποια πληροφορία. (Μπορώ να ονομάσω συγκεκριμένες υπηρεσίες, αλλά για λόγους αρχής δεν το κάνω). Δεν απαντούν ποτέ. Ταλαιπωρούνται οι πολίτες άδικα. Για να πάρουν μια απάντηση στο συγκεντρωτικό κράτος που ζούμε, πρέπει να αφήσουν την επαρχία, να ταξιδέψουν πολλά χιλιόμετρα, για να βρεθούν στην πρωτεύουσα με τα υπουργεία και είναι θέμα αν τα καταφέρουν τελικά να πάρουν μετά από μεγάλες ταλαιπωρίες, χάσιμο χρόνου, και χρημάτων την απάντηση που επιθυμούν. Μεγάλη η αγανάκτηση.
Τι να πει κανείς για τους νέους μας; Αυτοί που αξιώθηκαν μετά από πολλούς κόπους και έξοδα να σπουδάσουν, να κατακτήσουν τίτλους μεταπτυχιακούς, που μπορούσαν να συνεισφέρουν τα μέγιστα στην πατρίδα τους, αυτή τους έστρεψε την πλάτη. Τους άφησε να φύγουν στο εξωτερικό, να βρουν εκεί τη ζήση τους, γιατί εδώ δεν είχαν μια θέση στον ήλιο. Αυτά τα παιδιά, τα καλά μυαλά. Και τα αξιοποιούν οι άλλοι, τα ξένα κράτη μιάς και η Ελλάδα δεν τα θέλει ή δεν μπορεί να τα κρατήσει. Κρατά όμως όλους τους αλλοεθνείς, που έρχονται από ξένες χώρες, ασιατικές, ή βαλκανικές, χωρίς να είμαι καθόλου εμπαθής μ’ αυτούς τους λαούς, απεναντίας τρέφω ιδιαίτερα αισθήματα. Πρώτα απ’ όλα όμως, όπως ο καλός γονιός θα νοιαστεί για το παιδί του και μετά για το γειτονόπουλο, έτσι και η σωστή πατρίδα πρέπει και οφείλει να νοιάζεται για τους δικούς της πολίτες. Φεύγουν οι άριστοι επιστήμονες. Εδώ μένουν οι νέοι οι περισσότεροι χωρίς δουλειά, για να γεμίζουν θλιμμένοι τις καφετέριες με χρήματα των γονιών τους.
Οι δάσκαλοι κάνουν τίμια το έργο τους. Περνούν αρχές και αξίες στους νέους μας. Ευτυχώς δεν παρέδωσαν τα όπλα στη διαβρωμένη από σαπίλα κοινωνία, που ζούμε. Αλλά κατά βάθος μπορεί να νιώθουν ένοχοι, γιατί το γνωρίζουν σε ποια κοινωνία στέλνουν τους νέους: Εκεί όπου θα βρεθούν αντιμέτωποι με την ψευτιά, την απάτη, το δόλο και το έγκλημα ακόμη.
Θα θέλαμε μια κοινωνία ανθρώπινη, όπου ο καθένας μας θα ξυπνούσε και θα ήξερε πως τον περιμένει μια δουλειά, ένα πρόγραμμα. Δυστυχώς όμως! Αυτή η αναδουλειά μαστίζει την Ελλάδα μας. Γι’ αυτό και τα εγκλήματα και τα καθημερινά ανοσιουργήματα. Εξ’ άλλου και η λαϊκή ρήση δεν είναι τυχαία: «Αργία μήτηρ πάσης κακίας».
Ευσεβής πόθος πολλών γονιών είναι να δούν τα παιδιά τους οικογενειάρχες με απογόνους. Πώς όμως να συμβεί αυτό, όταν οι νέοι αδυνατούν να θρέψουν τους εαυτούς τους; Πώς να φέρουν παιδιά στον κόσμο όταν δεν έχουν λύσει το βιοποριστικό θέμα τους; Να κάνουν δυστυχισμένα και τα πλάσματά τους;
Η πολιτεία πρέπει να σκύψει με κάθε τρόπο στο θέμα μιας και υπάρχει και το δημογραφικό πρόβλημα.
Οι πολίτες όλο και απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον. Οι κοινωνίες έγιναν φοβικές. Τα Μ.Μ.Ε καθημερινά κάτι κακό εξαγγέλλουν: Βασανισμούς ανηλίκων, βιασμούς, ληστείες, κλοπές, εμπρησμούς, φόνους, διακινήσεις ναρκωτικών – πολύ περισσότερο όταν αυτά διακινούνται από διοικητές της δίωξης ναρκωτικών, (βλ. Πρόσφατη περίπτωση Βόλου), που μας θέτουν στη σκέψη ότι υπάρχει η προστασία από τη νόμιμη πλευρά του κράτους, που ελέγχει την αγορά…
Μέσα σ’όλο αυτό το καθεστώς καθημερινά πρέπει να δίνουμε τον αγώνα μας. Δεν θα το βάλουμε κάτω. Γνωρίζουμε τις δυσκολίες. Όμως δεν αγνοούμε το λαμπρό μας παρελθόν . Από εκεί μπορούμε να αντλούμε δυνάμεις, να γινόμαστε πιο αισιόδοξοι, πιο δυναμικοί, για να μπορέσουμε να ξαναφέρουμε την Ελλάδα μας εκεί που ήταν, στην Ελλάδα των Ολυμπιονικών, των φιλοσόφων και των Παρθενώνων.
Απο εμάς εξαρτάται.





























