Ο αδικοχαμένος Θεόφιλος ήταν μοναχογιός μιας χαροκαμένης μάνας. Μιας μάνας που τον λάτρευε σαν Θεό. Η άμοιρη μάνα όλες τις ελπίδες και τα όνειρά της τα έχει εναποθέσει στο “μοναχογιό της τον Θεόφιλο. Το 1940 επιστρατεύτηκε για τον πόλεμο της Ιταλίας στ’ αλβανικά βουνά. Η καημένη η μάνα έχασε τη μοναδική παρηγοριά
από κοντά της. Έμεινε με την ελπίδα της επιστροφής του γιου της να ‘ρθει να πέσει στην αγκαλιά της, να τον σφίξει δυνατά, να κλάψει από χαρά και συγκίνηση σαν πρώτα όταν ήταν κληρωτός. Όταν τελείωσε ο πόλεμος και γύρισαν όσοι έζησαν ο Θεόφιλος δε φαινόταν πουθενά. Έμαθε για το χαμό του παιδιού της, δεν μπορούσε όμως να το πιστέψει, μα ούτε να το συνειδητοποιήσει. Η καημένη η μάνα όποιον φαντάρο έβλεπε επιστρέφοντας από το μέτωπο των αλβανικών βουνών, γνωστό ή άγνωστο, ρωτούσε: «Ε!… παλικάρι μου μήπως είδες το γιο μου τον Θεόφιλο στην
Αλβανία»; Κάποιοι έφευγαν αδιάφοροι, χωρίς να απαντούν, κάποιοι άλλοι που είχαν υπερβολική ευαισθησία ένιωθαν βαθιά τη θλίψη και τον πόνο της και της έδιναν μια ανθρώπινη παρηγοριά. Καλή μου θείτσα, στη διαδρομή της επιστροφής μας συναντάμε δεκάδες εμπόδια και για να τα ξεπεράσουμε κάνουμε αγώνα που καθυστερεί την επιστροφή μας. Κάνε θείτσα υπομονή και θα λάμψει η χαρά και στο δικό σου πρόσωπο, κακόμοιρη μάνα μπορείς να μας πεις πώς μετριέται η αγάπη της μάνας πού ‘ναι ολόκληρο βουνό; Η κακόμοιρη η Αρχοντία, η μάνα του Θεόφιλου, νόμιζε πως η μεγάλη της αγάπη μπορεί να κρατήσει το γιο της ζωντανό και να τον φέρει κοντά της. Όταν κατέκτησαν οι Γερμανοί όλη τη χώρα μας και ο Θεόφιλος δεν γύρισε, οι συγγενείς και οι φίλοι προσπαθούσαν να εξηγήσουν στην Αρχοντία το κακό που την βρήκε, να συνειδητοποιήσει το χαμό του παιδιού της για να μη βασανίζεται με χαμένες ελπίδες. Η καημένη η μάνα πώς μπορούσε να δεχθεί μια τέτοια εξήγηση. Δεν είχε καμιά διάθεση να πιστέψει τίποτε άλλο εκτός από το γυρισμό του παιδιού της. Πάντα έλεγε, ο Θεόφιλός μου είναι το πιο σπλαχνικό παιδί του κόσμου, δε μπορεί να μ’ αφήσει ολομόναχη στον κόσμο, αλλά και εγώ τον λατρεύω σαν Θεό, γι’ αυτό τον έπλεξα φανέλες, κάλτσες, κουκούλα και γάντια, μόλις έρθει θα τον αλλάξω και θα τον ντύσω αυτά τα ζεστούτσικα πλεκτά για να μην κρυώνει. Λένε πως στην Αλβανία κάνει πολύ κρύο, ο Θεόφιλός μου θα είναι
πολύ κρυωμένος. Έφερα μπόλικα ξύλα κοντά στη σόμπα, θα την γεμίσω να κοκκινίσει για να ζεσταθεί η ψυχούλα του παιδιού μου. Ξανά δεν θα τον αφήσω να πάει μακριά. Κατακαημένη μάνα μήπως θα μπορούσες να μας πεις τι μυστήρια κρύβει η αγάπη της μάνας; Μήπως κυρία Αρχοντία μπορείς να μας πεις πόση αγάπη είχες μέσα σου για τον Θεόφιλο; Κατακαημένη μάνα, γεννήθηκες μόνο ν’ αγαπάς. Η χαροκαμένη μάνα με τη φαντασία της κάθε τόσο τον έφερνε μπροστά της και τον μιλούσε,, λες να είχε τρελαθεί; Όχι, όχι, δεν τρελάθηκε, η μεγάλη της αγάπη και ο μεγάλος της καημός την προξένησαν μία α αλλόκοτη παραζάλη, είχε ατελείωτες παραισθήσεις. Η Αρχοντία δεν έβλεπε με τα μάτια, έβλεπε μόνον με την ψυχή, ώσπου τελευταία τα βάσανα και οι καημοί την έριξαν στο κρεβάτι, που την φρόντιζε η γυναίκα του ανεψιού της, η καλοκάγαθη Μάρθα Καντζάδου. Λίγες ώρες πριν πεθάνει είπε στη
νύφη της την Μάρθα: «Δε σ’ έλεγα Μάρθα ο Θεόφιλος θα γυρίσει; Είδες πως γύρισε. Μάρθα πες τον να έρθει κοντά μου, πολύ κοντά μου τόσο που να φτάνω να χαϊδεύω τα μαλλιά του». Η κακόμοιρη η μάνα με την αίσθηση ότι ο γιος της γύρισε και είναι κοντά της, ξεψύχησε.
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ, Η ΣΥΜΕΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ (η μάνα μου)
Η Συμέλα είναι μια άλλη μάνα με τους ίδιους καημούς και πόνους της Αρχοντίας. Πέντε χρόνια τα δυο της παιδιά γυρνούσαν τα βουνά της πατρίδας για τη λευτεριά. Δυο χρόνια στον ΕΛΑΣ και τρία στο ΔΣΕ. Στον ΕΛΑΣ τους κάλεσε η πατριωτική τους συνείδηση και στο ΔΣΕ η ανάγκη των διωγμών. Καμία είδηση από πουθενά, κανένα χαμπέρι. Πέτρα έκανε η μάνα την καρδιά να αντέξει στο χρόνο, να ανταμώσει κάποτε τα παιδιά της και να τα σφίξει στην αγκαλιά της, να κλάψει από συγκίνηση και να γελάσει από χαρά. Δυστυχώς οι δρόμοι ήταν κλειστοί και τα κλειδιά παρμένα, ενώ η ψυχή της μάνας τρεμοσβήνει σαν το καντήλι που κοντεύει να τελειώσει το
λάδι, και η μάνα να κλαίει και να μοιρολογεί για να εκτονωι1ει το πικρό της παράπονο. Την άκουγα και ράγιζε η καρδιά μου, πονούσα όπως πονούσε κι αυτή. Δεν μπορούσα να βρω λόγια παρηγοριάς να απαλύνουν τον πόνο της, λυπόμουνα που δεν μπορούσα να γιάνω την πληγή της που μάτωνε συνεχώς. Ήθελα να ξέρω ποια άδικη κατάρα έκαιγε διαρκώς τα σωθικά της. Δυο χρόνια η κακόμοιρη έμενε στο κρεβάτι με ολοήμερη συντροφιά τη φωτογραφία των δυο της παιδιών που βουβοί και αμίλητοι μέρα νύχτα επάνω από το κεφάλι την κοιτούσαν. Ένα απόγευμα κάθισα κοντά της να την παρηγορήσω. Ξέρετε τι μου είπε; Χθες μου φάνηκε πως τα παιδιά μου ήρθανε κοντά μου. Μάνα αυτό που είδες θα πρέπει να ήταν όνειρο. Όχι τους είδα στ’ αλήθεια. Μάνα αν δε ήταν όνειρο θα πρέπει να ήταν οι έντονες παραισθήσεις της ταραγμένης φαντασίας σου, σε προκαλούν επιθυμητές εικόνες. Αν θέλεις μάνα να
σ’ απαλλάξω από αυτό το μαρτύριο των παραισθήσεων να μεταφέρω το κάδρο τους σε άλλο χώρο. Μη το κάνεις παιδί μου, θα μου στερήσεις ό,τι αγάπησα περισσότερο στη ζωή μου. Αυτό το κάδρο με έμεινε παρηγοριά. Μάνα ανυπομονώ πότε να φύγω απ’ τη δουλειά να ‘ρθω κοντά σου να με δεις και να σε δω. Κοντά σου μάνα ξεκουράζομαι. Και συ παιδί μου με την παρουσία σου με γεμίζεις βάλσαμο την καρδιά. Πιστεύω πως στο πρόσωπό μου βλέπει και τ’ άλλα της παιδιά και στη φωνή μου άκουγε την φωνή των άλλων της Παιδιών. Η 16η Οκτωβρίου 1957 ήταν για μένα ο πιο θλιβερός σταθμός της ζωής μου. Εκείνο το απόγευμα εκείνης της ημέρας μάνα μου σ’ έχασα. Ήρθα απ’ τη δουλειά να σε δώσω νέα πνοή, νέες ελπίδες, δυστυχώς ούτε η παρουσία μου ούτε η λαλιά μου δεν μπόρεσαν να σε ξυπνήσουν γιατί είχες πεθάνει, χώρισες οριστικά τη ζωή σου απ’ τη ζωή μου. Έφυγες με το πικρό παράπονο που σ’ όρισε η μοίρα. Μάνα μου σ’ αγκάλιασα, σε φίλησα με δάκρυα στα μάτια, το πρόσωπό σου ήταν ζεστό ακόμα, τα δάκρυά σου από τους αναστεναγμούς δεν στέγνωσαν ακόμα στο χλωμό σου πρόσωπο, αντάμωσαν με τα δικά μου. Την αγάπη και τα δάκρυά σου μ’ άφησες ενθύμιο. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε που σ’ έχασα και δεν μπόρεσα να συνηθίσω την απουσία σου απ’ τη ζωή μου. Κάθε φορά που ερχόμουνα από τη δουλειά άνοιγα την πόρτα της κάμαράς σου να σε δω όπως σου α ξαπλωμένη στο κρεβάτι σου, εσύ όμως έλειπες. Έβλεπα άδειο το κρεβάτι σου αι ράγιζε η καρδιά μου. Μετά από τόσα χρόνια σκέφτηκα να χαλάσω το σπίτι, να
φτιάξω καινούριο στην άλλη άκρη του οικοπέδου για να ξεφύγω από τις πικρές αναμνήσεις που με πολιορκούσαν κάθε φορά που έμπαινα στην κάμαρά σου. Είχα όμως και καλές αναμνήσεις. Τη στοργή σου, τα χάδια σου, τις φροντίδες και τα γλυκά σου λόγια που με δίνανε δύναμη να συνεχίσω τον αγώνα για τη ζωή. Ήθελα να ξέρω ποιο μυστήριο κρύβει μέσα της η κάθε μάνα για το παιδί της που δεν μπόρεσαν σοφοί και φιλόσοφοι να δώσουν μια διεξοδική ερμηνεία σ’ αυτήν τη μεγαλειώδη έκφρασή της.
Υ.Γ. Αυτά που γράφω τα’ αφιερώνω σε όλες τις μάνες που έχασαν τα αγαπημένα τους παιδιά στ’ αλβανικά βουνά πολεμώντας τους Ιταλούς φασίστες και στις μάνες που έχασαν τα παιδιά τους στις αγχόνες και εκτελέσεις αντιποίνων για τη λευτεριά της πατρίδας και του λαού μας και για τις μάνες που δεν είχαν την ευκαιρία να δουν τα
πολυαγαπημένα τους παιδιά που πολέμησαν τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό από τις γραμμές του Δ.Σ.Ε. για την ανεξαρτησία της πατρίδας και τη δικαιοσύνη του λαού:
Τα κείμενα είναι παρμένα από το υπό έκδοση βιβλίου του Γραμματικόπουλου Παναγιώτη
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΠΟΝΤΟΚΩΜΗ – ΠΤΟΛΕΜΑΪΔΑΣ




























