Ο καρκίνος είναι μία ασθένεια που χαράζει βαθιά τον συναισθηματικό κόσμο του ασθενή και της οικογένειας του ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της νόσου. Η σοβαρότητα της πάθησης και οι αναπόφευκτοι αρνητικοί συνειρμοί που δημιουργούνται στην ψυχοσύνθεση του ασθενή και των οικείων του, στο άκουσμα και μόνον της διάγνωσης του καρκίνου, προκαλούν έντονο άγχος, θλίψη, ακόμη και απόγνωση, συναισθήματα που εντείνονται από τις σωματικές συνέπειες της ασθένειας, τις παρενέργειες των θεραπευτικών αγωγών αλλά και την καθημερινή επίπονη, πολλές φορές και πολυδάπανη μάχη που δίνει ο ασθενής και η οικογένεια του ενάντια στη νόσο. Είναι μάλιστα Χαρακτηριστικό, πως σε σχετικές έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί, όπως Χαρακτηριστικά σε αυτή της φιλανθρωπική ς οργάνωσης Cancer Macmil1an Support του Ηνωμένου Βασιλείου το έτος 2006, τα ευρήματα κατέδειξαν πως το 49% των καρκινοπαθών παρουσίασαν κατάθλιψη, το 75% ένιωθαν άγχος και το 19% ένιωθαν εγκαταλειμμένοι. Παράλληλα, η καταπολέμηση του καρκίνου απαιτεί την αρτιότερη και πιο σύγχρονη ιατρική αντιμετώπιση, μέσω πλήρως στελεχωμένων με το κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό και τα πιο εξελιγμένα μηχανήματα ογκολογικών μονάδων, καθώς προϋποθέτει διαρκή παρακολούθηση, δραστική και άμεση αντιμετώπιση μέσω εξειδικευμένων θεραπειών όπως η χημειοθεραπεία, μέσω Χειρουργικών επεμβάσεων και ειδικής φαρμακευτική αγωγή, προκειμένου να αποφέρει τα καλύτερα δυνατά, ανάλογα με κάθε ειδικότερη περίπτωση, αποτελέσματα.
Οι ανωτέρω διαπιστώσεις οδηγούν στο συμπέρασμα πως κάθε ογκολογικός ασθενής πρέπει να έχει άμεση και ακώλυτη πρόσβαση στο σύστημα υγείας καθώς σε αντίθετη περίπτωση τόσον οι ψυχολογικές, όσο και οι οργανικές συνέπειες της νόσου είναι πολύ πιθανόν να τον καταβάλλουν. Δυστυχώς όμως στη χώρα μας οι υποδομές του Συστήματος Υγείας αλλά και ειδικότερα η στελέχωση και η λειτουργία ογκολογικών μονάδων στα Νοσοκομεία παρουσιάζει έντονα στοιχεία συγκεντρωτισμού στις μεγάλες πόλεις και ειδικότερα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Είναι δε Χαρακτηριστικό πως σε μελέτη του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου σε συνεργασία με την Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας και ιδιωτικούς φορείς το έτος 2009, διαπιστώθηκε πως από τις 45 συνολικά ογκολογικές κλινικές που λειτουργούν στη Χώρα, οι 30 βρίσκονται στις Περιφέρειες της Αττικής και της Κεντρικής Μακεδονίας. Πέραν δε της ανωτέρω άνισης γεωγραφικής κατανομής, την πρόσβαση των ογκολογικών ασθενών στο σύστημα υγείας δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο η ελλιπής στελέχωση και οργάνωση των ανωτέρω κλινικών καθώς και οι ελλείψεις τους σε υλικοτεχνικές υποδομές, οι οποίες μετατρέπουν τη θεραπεία αλλά και την εξέταση των καρκινοπαθών σε πραγματική «οδύσσεια», που επιτείνει ακόμη περισσότερο τον ψυχικό και σωματικό τους πόνο. Στην περίπτωση λοιπόν που κάποιος ασθενής δεν διαθέτει την οικονομική επιφάνεια προκειμένου να τύχει φροντίδας και θεραπείας σε Ιδιωτικές Κλινικές και αντίστοιχα διαμένει σε περιοχές όπου δεν λειτουργούν δημόσιες ογκολογικές κλινικές, η ταλαιπωρία του ιδίου αλλά και των οικείων του θεωρείται σήμερον, σχεδόν δεδομένη.
Επιχειρώντας ένα βήμα παραπέρα από την διάγνωση και διαπίστωση του προβλήματος της ελαττωμένης πρόσβασης των ογκολογικών ασθενών στο σύστημα υγείας, θεωρώ πως είναι δόκιμη και απολύτως αναγκαία η ενδεικτική παράθεση τρόπων αντιμετώπισης του προβλήματος, με πρωτοβουλίες, μεθόδους και πρακτικές που μπορούν να εφαρμοστούν όχι μόνο σε ένα ιδεατό σύστημα υγείας αλλά και στο υπάρχον, και δυστυχώς με πολλές ελλείψεις, σύστημα υγείας της χώρας μας. Ήδη η ύπαρξη και λειτουργία της τηλεφωνικής γραμμής βοήθειας και ψυχολογικής υποστήριξης για καρκινοπαθείς με τον εθνικό τετραψήφιο αριθμό 1069 αλλά και η σύσταση συλλόγων καρκινοπαθών στα μεγάλα αστικά κέντρα αποτελούν θετικά βήματα τα οποία όμως
απαιτούν περαιτέρω στήριξη και επέκταση των δράσεών τους. Στα ανωτέρω πλαίσια μαζί με την απαραίτητη ενίσχυση μέσω κρατικών αλλά και ιδιωτικών πόρων των ανωτέρω υποστηρικτικών φορέων για καρκινοπαθείς, απαραίτητη κρίνεται η δημιουργία ξενώνων καρκινοπαθών στα αστικά κέντρα, προκειμένου οι ασθενείς να διαθέτουν μία ανέξοδη και φιλόξενη στέγη, όπου θα μπορούν να διανυκτερεύουν πριν και μετά την επίσκεψή τους σε ογκολογικές κλινικές. Ακολούθως πρέπει να επιδιωχθεί με κάθε τρόπο και μέσο η διατήρηση της κάλυψης των οδοιπορικών εξόδων αλλά και των φαρμακευτικών και θεραπευτικών δαπανών των καρκινοπαθών και μάλιστα όχι σε ποσοστό επί αυτών αλλά εξ ολοκλήρου, ενώ απαραίτητη κρίνεται και η μεγαλύτερη στελέχωση, ο εκσυγχρονισμός της υποδομής αλλά και μηχανοργάνωση των ογκολογικών κλινικών, προκειμένου να εκλείψει σταδιακά το τραγικό φαινόμενο της πολύωρης αναμονής των ασθενών στους διαδρόμους των ογκολογικών κλινικών και να γνωρίζει ο κάθε ασθενής ποια ακριβώς μέρα και ποια ώρα θα εξετασθεί ή θα υποβληθεί σε θεραπεία. Στην ίδια κατεύθυνση αναγκαία πρέπει να θεωρείται η πρόσληψη ειδικών ψυχολόγων στο σύνολο των ογκολογικών κλινικών της Χώρας, καθώς η ψυχική διάσταση της ασθένειας διαδραματίζει εξίσου καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπισή της, γεγονός που το σύστημα υγείας μας φαίνεται να αγνοεί επιδεικτικά. Ομοίως, στα ανωτέρω πλαίσια, η δωρεάν παροχή πρόσβασης στο διαδίκτυο για τους καρκινοπαθείς και η επιδότηση της αγοράς ηλεκτρονικών υπολογιστών θα μπορούσε να ενισχύσει αποφασιστικά τη μάχη τους εναντίον της νόσου, καθώς θα διευκολύνει την πληροφόρησή τους για νέες μεθόδους θεραπείας, την ενημέρωσή τους για την ύπαρξη συλλόγων και σωματείων καρκινοπαθών και τις εκδηλώσεις αυτών, ενώ σταδιακά θα μπορούσε να οδηγήσει στην κοινή δράση αλλά και ψυχολογική αλληλοϋποστήριξη ασθενών από διαφορετικές περιοχές, με διαφορετικές κοινωνικές καταβολές αλλά και οικονομικές δυνατότητες. Τέλος απαραίτητη πρέπει να θεωρείται η σταδιακή αποκέντρωση των ογκολογικών κλινικών, όχι με την κατάργηση των ήδη υφισταμένων στα αστικά κέντρα, οι οποίες εξάλλου δεν επαρκούν να καλύψουν τις ανάγκες των ασθενών των μεγαλουπόλεων, αλλά με τη δημιουργία παραρτημάτων αυτών σε μικρότερες πόλεις της ιδίας Περιφέρειας, όπου ήδη υφίσταται η κτιριακή τουλάχιστον υποδομή των Κέντρων Υγείας, προς αντιμετώπιση των λιγότερο σοβαρών και μη επειγόντων περιστατικών, προκειμένου να αποφεύγεται τόσον ο συνωστισμός των ασθενών στα νοσοκομεία των μεγαλουπόλεων, όσο και η ταλαιπωρία ακόμη και μετεγκατάσταση πολλών εξ αυτών από την περιφέρεια στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Τα ανωτέρω, αποτελούν μέρος μόνον των πρωτοβουλιών και δράσεων που μπορεί να αναλάβει η κρατική εξουσία αλλά και οι ιδιωτικοί φορείς για την παροχή αρτιότερης ογκολογικής φροντίδας
στους ασθενείς με ελαττωμένη δυνατότητα πρόσβαση στο σύστημα υγείας. Η πραγμάτωσή τους θα μπορέσει να παράσχει ένα «Χέρι βοηθείας και συμπαράστασης)) στους ασθενείς και να μειώσει έστω και λίγο την ανασφάλεια που νιώθουν, τόσον εξαιτίας της φύσης της ασθενείας τους, όσο και από τις αδυναμίες του συστήματος υγείας. Κυρίως όμως θα καταδείξει πως η κοινωνία μας συμπαραστέκεται και είναι αρωγός σε όσους πραγματικό. έχουν ανάγκη βοήθειας και υποστήριξης. Εξάλλου ο πολιτισμός μιας χώρας και μιας κοινωνίας ειδικότερα, φαίνεται από τον τρόπο που μεταχειρίζεται τα αδύναμα μέλη της.
ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΗΣ





























