«Η συνέχιση της λειτουργίας των ιδρυμάτων από την αρχή του 2013 είναι απόλυτα αδύνατη», διεμήνυσαν οι πρόεδροι των ΤΕΙ, κατά την έκτακτη σύνοδο των προέδρων που ολοκληρώθηκε προχτές βράδυ στην Αθήνα.
Οι πρόεδροι των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς επισήμαναν ότι η συνεχής συρρίκνωση των προϋπολογισμών των ιδρυμάτων κάθε χρόνο, τα έχει οδηγήσει σε μαρασμό και το επόμενο βήμα θα είναι το λουκέτο, καθώς κανένα ΤΕΙ δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό οικονομικό πλαίσιο. Ο Γιώργος Χαραλαμπίδης, υπογράμμισε ότι «η λειτουργία των ΤΕΙ υπ’ αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατη, πολύ περισσότερο για το δικό μας ΤΕΙ, καθώς πέρα από τους συρρικνωμένους προϋπολογισμούς, έχουμε τεράστια έξοδα θέρμανσης και άλλες δαπάνες που αδυνατούμε να καλύψουμε». Σε συνδυασμό μάλιστα με την αδυναμία προσλήψεων έκτακτου προσωπικού, λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης του προϋπολογισμού, προέβλεψε ότι «το 2013 είναι δυσοίωνο» και «το κλείσιμο βρίσκεται προ των πυλών». Είπε χαρακτηριστικά ότι «μειώνεται κατά 90% το κονδύλιο για έκτακτο διδακτικό προσωπικό, όταν εμείς έχουμε 90 μόνιμους και 400 έκτακτους».
Πάντως, είναι αξιοσημείωτο ότι ο πρόεδρος του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας, με δήλωσή του στον «Π» τάχθηκε υπέρ της ενοποίησης Πανεπιστημίου και ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας. «Ένα ισχυρό ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στην περιοχή, το οποίο θα συνδυάζει την επιστημονική και τεχνολογική κατεύθυνση και θα απαντά στις αναπτυξιακές ανάγκες της περιοχής, αποτελεί τη μοναδική βιώσιμη λύση».
Ενδεικτικό της τραγικής οικονομικής κατάστασης όλων των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας, είναι Ειδικότερα, η ανακοίνωση της έκτακτης συνόδου, στην οποία έγινε λόγος για επιπλέον μείωση κατά 50% στους τακτικούς προϋπολογισμούς, με δεδομένη την περικοπή κατά 53% κατά τα τελευταία δύο έτη και για μείωση κατά 90% στο έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό, μετά την περικοπή κατά περίπου 70%, αθροιστικά τα τελευταία τρία έτη, με παράλληλη αύξηση των φοιτητών.
Επίσης, οι πρόεδροι ζήτησαν «ουσιαστικό διάλογο» για τις συγχωνεύσεις, οι οποίες θα πρέπει να γίνουν αποκλειστικά με «ακαδημαϊκά κριτήρια», χωρίς να εκπορεύονται από την «οικονομική στενότητα» και από την «πολιτική λιτότητας». Ειδικότερα, οι πρόεδροι των ΤΕΙ ξεκαθάρισαν ότι δεν θα δεχτούν «να γίνει στις Κοινότητές μας αποδεκτός ο διαχωρισμός στα χαρακτηριστικά των ΑΕΙ μεταξύ Επιστήμης και Τεχνολογικής γνώσης» και εκτιμούν ότι απαιτείται ένας χρόνος, και όχι δύο μήνες, για να γίνει μια ορθολογική διαδικασία αναδιάταξης της Ανώτατης Εκπαίδευσης, καθώς πρέπει να γίνει στρατηγικός σχεδιασμός των στόχων της και ουσιαστική διαβούλευση μεταξύ Ιδρυμάτων, Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας (ΑΔΙΠ) και υπουργείου Παιδείας.
Παράλληλα υποστηρίζουν ότι θεωρούν αναγκαίες πολλές δομικές αλλαγές και μια συνολική αναδιάρθρωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με δεδομένες τις αντιξοότητες του οικονομικού και ευρύτερου περιβάλλοντος.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η Σύνοδος των προέδρων θεωρεί άτοπη τη θέση ότι η αναδιάταξη της Ανώτατης Εκπαίδευσης θα πρέπει να προχωρήσει με κριτήριο την οικονομική στενότητα. Οι αλλαγές «είναι απαραίτητο να σχεδιασθούν με ακαδημαϊκά κριτήρια, για την προώθηση της επιστήμης και την ανάπτυξη της τεχνολογίας, με τελικό στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας», τονίζουν οι πρόεδροι. Σημειώνουν πως «στο τέλος αυτής της διαδικασίας, τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα θα είναι όχι μόνο βιώσιμα μέσα στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, αλλά και αρκετά ισχυρά ώστε να πάρουν τη θέση που τους ανήκει πλέον ως Τεχνολογικά Πανεπιστήμια». Θεωρούν δε, πως «απαραίτητη για την ακαδημαϊκή ολοκλήρωση και την ορθή λειτουργία των Ιδρυμάτων κρίνεται η απόδοση της δυνατότητας απονομής Διδακτορικών Διπλωμάτων, μετά βέβαια από τις αναγκαίες αξιολογήσεις κατά περίπτωση».
Οι πρόεδροι τονίζουν, επίσης, ιδιαίτερα ότι πρώτη και βασική αρχή που πρέπει να διέπει τις όποιες αλλαγές, είναι ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΗΤΤΑΣ




































