Το μνημόνιο ήταν προαποφασισμένο για να παραδοθεί η χώρα στους δανειστές και η κρίση είναι καθοδηγούμενη από τους ισχυρούς. Επίσης η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της «κρίσης στη δημοκρατία» που προϋπήρξε. Στην παραπάνω θέση συμφώνησαν πέντε επιφανείς πανεπιστημιακοί καθηγητές, μιλώντας προχτές στην Κοζάνη.
Την ημερίδα με θέμα «Η Δημοκρατία στην κρίση» διοργάνωσαν το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης και το Μορφωτικό Ίδρυμα της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών σε συνεργασία με την Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης. Στην εκδήλωση μίλησαν οι πανεπιστημιακοί:
Κώστας Βεργόπουλος (Πανεπιστήμιο Παρισιού): «Η οικονομική κρίση ως κρίση δημοκρατίας»
Άρις Καζάκος (Νομική Α.Π.Θ): «Βία και νομιμοποίηση στις εργασιακές σχέσεις»
Ιφιγένεια Καμτσίδου (Νομική Α.Π.Θ): «Το δημόσιο συμφέρον στην περίοδο της οικονομικής κρίσης».
Μιχάλης Σπουρδαλάκης (Πάντειο Πανεπιστήμιο): «Αιτίες, συνέπειες και ελληνικά χαρακτηριστικά μιας δομικής κρίσης».
Κώστας Χρυσόγονος (Νομική Α.Π.Θ): «Η πορεία προς την εκτροπή».
Ο Ρούλης Κοκελίδης (Πανεπιστήμιο Μπολόνιας) έκανε εισαγωγική τοποθέτηση Εισαγωγική τοποθέτηση.
Ο Μ. Σπουρδαλάκης σημείωσε ότι «επειδή ακριβώς η πολιτική κρίση είχε προηγηθεί της οικονομικής κρίσης, οι επιλογές για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης ήταν περιορισμένες. Πολιτικές οι οποίες έβγαζαν και αντιμετώπιζαν την κοινωνία περίπου ως εχθρική στο πολιτικό σύστημα. Μ’ αυτή την έννοια, τρία χρόνια μετά τα μνημόνια το έλλειμμα της δημοκρατίας έχει βαθύνει. Η δημοκρατία ακόμα και στην τυπική της μορφή δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τους ίδιους όρους που αναπαράγονταν ή τη γνωρίζαμε παλιότερα. Και υπ’ αυτή την έννοια η συζήτησή μας σήμερα είναι πολύ χρήσιμη, ώστε να προβληματιστούμε κα να δούμε πως μπορούμε να βγούμε απ’ αυτό το αδιέξοδο όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο – που με τις ακολουθούμενες πολιτικές δεν μπορούμε να βγούμε – αλλά τουλάχιστον να βρούμε εκείνη τη δημοκρατική προπαντός μεθοδολογία για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία και η χώρα μας.
Ο Κ. Βεργόπουλος υπογράμμισε ότι «δεν είναι η οικονομική κρίση που καταλήγει στο να υπονομεύει τη δημοκρατία, αλλά η δημοκρατία έχει προ πολλού υπονομευτεί και διασαλευτεί. Εξ’ αυτού προκύπτει η οικονομική κρίση. Είναι αποτέλεσμα και όχι αιτία. Γιατί η κρίση καθοδηγείται. Καθοδηγείται από τους ισχυρούς, το μεγάλο χρήμα, απ’ αυτούς που θέλουν να απαλλαγούν από τις δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει κατά τα προηγούμενα πενήντα χρόνια έναντι της κοινωνίας. Θέλουν να ιδιοποιούνται τα οφέλη χωρίς να αποδίδουν τις υποχρεώσεις πολύ έχουν αναλάβει. Αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία η οποία ονομάζεται οικονομική κρίση, αλλά κακώς. Διότι δεν είναι οικονομική, είναι κρίση του κοινωνικού συμβολαίου, κρίση κοινωνική και φυσικά αυτό σημαίνει κρίση κοινωνική και πολιτική, κρίση της δημοκρατίας.
Η Ιφ. Καμτσίδου, υποστήριξε ότι «η κρίση δεν επιτρέπει να αναζητηθούν με πολιτικούς όρους το δημόσιο συμφέρον και να αναπτυχθούν πολιτικές οι οποίες θα είναι ευεργετικές για τον μεγαλύτερο αριθμό προσώπων. Παρατηρείται τα τελευταία δύο χρόνια – εκτός των άλλων – το δημόσιο συμφέρον να καθορίζεται έξω από τη χώρα, έξω από το δημοκρατικό διάλογο και χωρίς τον έλεγχο των αντιπροσώπων του λαού. Αναζητούμε λοιπόν τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης και μεθόδους υπέρβασής της.
Η τάση της εξουσίας να παρουσιάζει ως μονόδρομο μια συγκεκριμένη πολιτική η οποία ακολουθείται σημαίνει στην ουσία κατάργηση του πολιτικού. Διότι αν δεν υπάρχουν περισσότερες απόψεις για τον σχεδιασμό μιας κοινωνίας για το προς τα πού πρέπει να πάμε, σημαίνει ότι καταργείται η δυνατότητα επιλογής, επομένως καταργείται και η δημοκρατία.
Ο Άρις Καζάκος υπογράμμισε ότι «τα τρία τελευταία χρόνια δεν πυροβόλησαν ανθρώπους, πυροβόλησαν δικαιώματα και μαζί με τα δικαιώματα πέφτουν και οι άνθρωποι». Πρόσθεσε ότι «κανόνας σήμερα στις εργασιακές σχέσεις είναι η βία. Η μεγάλη τομή και ανατροπή έγινε πέρυσι τον Φεβρουάριο με το εφαρμοστικό νομοθέτημα του δεύτερου μνημονίου, που αποδιάρθρωσε τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Εάν η βία είναι κυρίαρχο στοιχείο στις εργασιακές σχέσεις αυτό συμβαίνει επειδή από το πεδίο των συλλογικών ρυθμίσεων περάσαμε στο πεδίο της ατομικής σύμβασης εργασίας. Και ξέρουμε καλά ότι η ατομική σύμβαση εργασίας είναι εργαλείο βίας. Εργαλείο επιβολής του ισχυρότερου. Μιλώντας για εργασιακές σχέσεις δεν πρέπει να ξεχνάμε το μεγάλο θέμα της ανεργίας για την οποία υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις και δε μιλώ τώρα για το οικονομικό, αλλά κυρίως για το θεσμικό μέρος. Και όλα αυτά γιατί πρέπει να πολεμήσουμε τα δύο στοιχεία που κυριαρχούν στους Έλληνες πολίτες τα δύο τελευταία χρόνια: το φόβο και την έλλειψη πίστης.
Για το πώς μπορούμε να σπάσουμε το φράγμα του φόβου, είναι μια ολόκληρη συζήτηση, ελπίζω να μπορέσουμε να την αρχίσουμε σήμερα. Την έλλειψη πίστης είναι αυτό που πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ, διότι η έλλειψη πίστης είναι αυτό που υπονομεύει τις προσπάθειες να ξαναβρούμε τη συλλογικότητα, να ξαναβρούμε το μαζί, με τη βοήθεια του οποίου μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα.
Είμαι από εκείνους που έχουν και πίστη και ελπίδα, που στηρίζονται σε μια ιστορική προσέγγιση των κρίσεων – δεν έχει θεολογικό ή μεταφυσικό χαρακτήρα – σκεφτείτε ότι όλες τις μεγάλες κρίσεις του 20ου αιώνα, πως κάποια στιγμή τις περάσαμε. Την ελπίδα και την πίστη μπορούμε να τη βρούμε. Η ελληνική κοινωνία αυτή τη στιγμή χρειάζεται κάποιες χαρακτηριστικές νίκες και μία απ’ αυτές υπάρχει ήδη. Είναι η είδηση ότι η Ολομέλεια του ΣτΕ, όπου δικάσαμε τον προηγούμενο Δεκέμβριο τις αιτήσεις ακύρωσης κατά του 2ου μνημονίου, αποφάσισε με μεγάλη πλειοψηφία η Ολομέλεια του ΣτΕ ότι η κατάργηση του δικαιώματος της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία είναι αντίθετη στο σύνταγμα.
Ο Κ. Χρυσόγονος, παρατήρησε ότι «έχουμε εισέλθει σε μία πορεία προς την καταστρατήγηση του Συντάγματος. Προς την αδιόρατη δηλαδή – αλλά υπαρκτή – μεταβολή της μορφής του πολιτεύματος, το οποίο από δημοκρατικό τείνει να καταστεί χρεοκρατικό. Αντί δηλαδή του θεωρητικά κυρίαρχου λαού την πραγματική εξουσία στη χώρα την ασκούν οι δανειστές υπό τον εκβιασμό της άτακτης χρεοκοπίας και εξόδου από την ευρωζώνη. Είναι ένα καθεστώς το οποίο δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο, το ζητούμενο είναι τη θα επακολουθήσει μετά την επικείμενη κατάρρευση της χρεοκρατίας.
Ο Ρούλης Κοκελίδης σημείωσε: Πιστεύουμε ότι πρέπει να συμβάλουμε να γίνει αυτογνωσία δηλαδή να κατανοήσουμε τι έφταιξε στην Ελλάδα και φτάσαμε εκεί που φτάσαμε, τι πρέπει να αλλάξει. Εκτιμούμε ότι ο δημοσιογραφικός κόσμος, τα ΜΜΕ έχουν ένα βασικό ρόλο σ’ αυτή τη συγκυρία, στην ενεργοποίηση της κοινωνίας, γιατί το ζητούμενο είναι αυτό: Πρέπει ο πολίτης, η κοινωνία να ενεργοποιηθούν να συμμετάσχουν. Σ’ αυτή τη κατεύθυνση τα ΜΜΕ πρέπει να παίξουν σημαντικό ρόλο.
Χαιρετίζοντας την ημερίδα ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΜ – Θ Μάκης Βοϊτσίδης, μεταξύ άλλων είπε: «Θέλουμε να απευθυνόμαστε στην κοινωνία γιατί θεωρούμε ότι οι ενώσεις συντακτών δεν υπάρχουν ερήμην της κοινωνίας, δεν αναπτύσσονται σε συνθήκες θερμοκηπίου, υπάρχουν χάρη στην κοινωνία, στο όνομα της κοινωνίας. Γι’ αυτό προσπαθούμε έστω και σε συνθήκες οικονομικής κρίσης να αναπτύσσουμε όσο γίνεται περισσότερες μορφωτικές δραστηριότητες».
Μετά τις εισηγήσεις αναπτύχθηκε πλούσιος διάλογος, ενώ εκτενή παρέμβαση έκανε ο περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας. Η παρέμβασή του ήταν στον αντίποδα των εισηγήσεων των καθηγητών και κινήθηκε σε «φιλοευρωπαϊκό πλαίσιο». Αν και ο Γιώργος Δακής αποχώρησε μετά την παρέμβασή του, αυτό δεν εμπόδισε τους εισηγητές να απαντήσουν στην τοποθέτησή του, μια τοποθέτηση, η οποία σύμφωνα με την Ιφ. Καμτσίδου «έσπειρε παρανοήσεις». Επίσης, άλλοι οι εισηγητές σχολίασαν ότι ο περιφερειάρχης που τοποθετήθηκε στις θέσεις τους, έπρεπε να παραμείνει να ακούσει και τις δικές τους τοποθετήσεις στις θέσεις που διατύπωσε.
Την εκδήλωσε συντόνισε ο δημοσιογράφος και εργασιακός εκπρόσωπος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης Κώστας Δαβάνης.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΗΤΤΑΣ






























