Σε εφιάλτη εξελίσσεται η ανεργία στη Δυτική Μακεδονία που βρίσκεται σταθερά στην πρώτη θέση και αυξάνει τη διαφορά της από τη δεύτερη περιφέρεια, σκαρφαλώνοντας στο 22,1% τον Ιούνιο του 2011, σημειώνοντας νέο άλμα, καθώς αυξήθηκε κατά 7,1 ποσοστιαίες μονάδες σε ένα χρόνο, σε σχέση με το 14,9% που βρισκόταν τον περσινό Ιούνιο.
Φυσικά η ανεργία πλήττει ολόκληρη τη χώρα και απειλεί όσο ποτέ την κοινωνική συνοχή, καταγράφοντας 16% σε πανελλαδικό επίπεδο. Μπροστά στη μάστιγα που χτυπά τον κόσμο της εργασίας, κυρίως τους νέους, τις γυναίκες και τους επιστήμονες, η κυβέρνηση έρμαια στις ορέξεις της τρόικας, πεγαλοδρομεί και είναι ανίκανη να παρέμβει, ομολογώντας την παταγώδη αποτυχία της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, την «πρωτοκαθεδρία» της Δυτικής Μακεδονίας, δεν φαίνεται να απειλεί η Ανατολική Μακεδονία, η οποία έφτασε στο πολύ ποσοστό ανεργίας 19,1% έναντι 12,7 πέρυσι τον Ιούνιο, ωστόσο βρίσκεται πολύ πίσω από τη Δυτική Μακεδονία. Στην τρίτη θέση βρίσκεται η Ήπειρος με 18,5% από 12,3% που είχε τον Ιούνιο του 2010. Υψηλό ποσοστό ανεργίας εμφανίζει και η Αττική με 15,8% από 11,4% πέρυσι. Στον αντίποδα βρίσκεται το Νότιο Αιγαίο με 8,2% από 7,1% πέρυσι, μοναδική περιφέρεια με μονοψήφιο ποσοστό.
Με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, φέτος τον Ιούνιο οι άνεργοι ανήλθαν σε 793.685 άτομα. Ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 211.321 άτομα, ποσοστό αύξησης 36,3% σε σχέση με τον περσινό Ιούνιο, ενώ σε σχέση με τον Μάιο του 2011 το ποσοστό είναι μειωμένο κατά 3,5%.
Ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός ανήλθε σε 4.385.584 άτομα, υπερβαίνοντας πλέον τον αριθμό των απασχολουμένων (94.161.125 άτομα). Οι απασχολούμενοι μειώθηκαν κατά 268.698 άτομα σε σχέση με τον Ιούνιο του 2010 (μείωση 6,1%) και αυξήθηκαν κατά 29.597 άτομα σε σχέση με τον Μάιο 2011 (αύξηση 0,7%).
Μεγάλα θύματα της ανεργίας είναι οι νέοι άνθρωποι. Στην ηλικιακή κατηγορία 15-24 ετών ανέρχεται σε 43,3% (από 29,8% πέρυσι τον Ιούνιο). Στις ηλικίες 25-34 η ανεργία ανήλθε σε 22,6% από 16,2% πέρυσι και στις ηλικίες 35-44 η ανεργία καταγράφει ποσοστό 13,25 έναντι 9,4% πέρυσι τον Ιούνιο.
Στις γυναίκες η ανεργία αυξήθηκε στο 19,9% από 15,5% πέρυσι τον Ιούνιο.
Καταπέλτης η έκθεση της ΓΣΕΕ
Στο μεταξύ, δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις της έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση το 2011, σύμφωνα με την οποία οι άνεργοι αναμένεται να φτάσουν το ένα εκατομμύριο έως το τέλος του έτους, και στην οποία διαπιστώνεται υποχώρηση της πραγματικής σύγκλισης της οικονομίας «κατά μία δεκαετία πίσω» και συνεχής συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Η έκθεση εκτιμά ότι εάν δεν αποτραπούν τα τωρινά δεδομένα, «η ύφεση που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη στην Ελλάδα, θα είναι βαθιά και θα διαρκέσει αρκετά χρόνια, κατά τα οποία η ελληνική οικονομία θα απολέσει σε σημαντικό βαθμό τη δυναμικότητα των παραγωγικών της δυνάμεων».
Κάνει επίσης λόγο για «απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων» με ειδικές αναφορές σε «θεμελιώδεις επεμβάσεις στο σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων, όπως η εισαγωγή της δυνατότητας σύναψης “ειδικών επιχειρησιακών συμβάσεων”», και τον «περιορισμό του ρόλου του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) στη ρύθμιση βασικών μισθών και ημερομισθίων».
Σύμφωνα με το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, «οι πολλαπλές και πολλαπλασιαστικές μειώσεις συντάξεων θυσιάζουν το αξιοπρεπές επίπεδο των παροχών στο όνομα μιας οικονομικής βιωσιμότητας χωρίς μακροπρόθεσμη προοπτική».
Επισημαίνεται παράλληλα ότι οι θυσίες οι οποίες επιβάλλονται κυρίως στους μισθωτούς και συνταξιούχους, δεν επέφεραν τη βελτίωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητάς της ελληνικής οικονομίας, αλλά την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης του μέσου μισθού στο έτος 2003, του κατώτερου μισθού σε επίπεδα πριν από το έτος 1984 και του επιπέδου ανεργίας στο έτος 1961.
Το Ινστιτούτο υπογραμμίζει ότι ο στόχος του πρώτου μνημονίου, για την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στις αγορές το 2012, δεν επιβεβαιώθηκε, ενώ διατυπώνει επιφυλάξεις για την επιτυχία του στόχου του μεσοπρόθεσμου προγράμματος το οποίο προβλέπει επιστροφή στις αγορές το 2014.
Ειδική μνεία γίνεται στις δυσκολίες που προκαλούνται από την παράταση της ύφεσης, την αύξηση της ανεργίας, τη μείωση της κατανάλωσης και την αβεβαιότητα μείωσης του δημόσιου ελλείμματος, καθώς εκτιμάται ότι ακόμη και αν συμπεριληφθούν οι εισπράξεις από τις προβλεπόμενες ιδιωτικοποιήσεις, το δημόσιο χρέος αναμένεται να φθάσει, έως το 2020, στο ύψος των 409 δισ. ευρώ (200% του ΑΕΠ).
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι η απόφαση της Συνόδου Κορυφής βελτιώνει τους όρους δανεισμού, μειώνει το μέγεθος του χρέους κατά 25 δισ. ευρώ και καθιστά το ελληνικό χρέος πιο διαχειρίσιμο αλλά θεωρεί ότι «η σημαντικότητα εμπεριέχεται στη σχέση που θα διαμορφωθεί κατά τα επόμενα χρόνια ανάμεσα στο χαμηλότερο επιτόκιο (επί ενός μικρότερου χρέους) και το ρυθμό ανάπτυξης».
Επισημαίνεται τέλος ότι τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με μια εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση, η οποία θα βασίζεται στην αναδιανομή του εισοδήματος, στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, την ανάσχεση της δημιουργίας πρωτογενών ελλειμμάτων και τη διαμόρφωση ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΗΤΤΑΣ
































