Ιδιαίτερα προσεκτικοί πρέπει να είναι οι ιδιοκτήτες οχημάτων με τους ελέγχους ΚΤΕΟ στην Ελλάδα, καθώς ένας νέος κανονισμός φέρνει σαφείς προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα αυτοκίνητο μπορεί να οδηγηθεί υποχρεωτικά στην απόσυρση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μια ολοένα και πιο αυστηρή πολιτική γύρω από την αυτοκίνηση, επιδιώκοντας αφενός την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας και αφετέρου τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και την ενίσχυση της βιωσιμότητας.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν ήδη προωθηθεί σημαντικές αλλαγές, από τις νέες ρυθμίσεις για τα διπλώματα οδήγησης μέχρι τους κανόνες που αφορούν τους κινητήρες εσωτερικής καύσης και τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση.
Μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις που ελήφθησαν το τελευταίο διάστημα και αναμένεται να επηρεάσει εκατομμύρια οχήματα στην χώρα μας είναι ο νέος Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1738 για τα οχήματα τέλους κύκλου ζωής, ο οποίος εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 18 Ιουνίου 2026, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 24 Ιουλίου 2026 και τίθεται τυπικά σε ισχύ στις 13 Αυγούστου 2026.
Ουσιαστικά, ο νέος κανονισμός καθορίζει με σαφήνεια πότε ένα όχημα θεωρείται ότι έχει ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής του και δεν μπορεί πλέον να επισκευαστεί ή να συνεχίσει να κυκλοφορεί νόμιμα. Στόχος είναι να μπει τέλος στην κυκλοφορία οχημάτων που δεν πληρούν πλέον τις στοιχειώδεις προδιαγραφές ασφαλείας, αλλά και να περιοριστεί η παράνομη εμπορία ιδιαίτερα επικίνδυνων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.
Οι αλλαγές αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την Ελλάδα, καθώς σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, περισσότερα από 2 εκατομμύρια οχήματα εμφανίζονται να μην έχουν περάσει τον προβλεπόμενο τεχνικό έλεγχο ΚΤΕΟ.
Πιο συγκεκριμένα, λοιπόν, σύμφωνα με τον νέο ευρωπαϊκό κανονισμό, ένα αυτοκίνητο χαρακτηρίζεται ως «Όχημα Τέλους Κύκλου Ζωής» όταν πληροί συγκεκριμένα νομικά και τεχνικά κριτήρια.
Μεγάλη σημασία έχουν τα χρονικά κριτήρια ως προς τους τεχνικούς ελέγχους, με την Ευρώπη να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα μη επαρκώς συντηρημένα και στα εγκαταλελειμμένα οχήματα.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι ένα όχημα μπορεί να οδηγηθεί στη διαδικασία χαρακτηρισμού ως οχήματος τέλους κύκλου ζωής όταν παραμένει χωρίς ισχύον δελτίο ΚΤΕΟ για περισσότερα από δύο συνεχόμενα χρόνια, χωρίς ο ιδιοκτήτης του να έχει δηλώσει νόμιμη ηλεκτρονική ακινησία μέσω κατάθεσης πινακίδων.
Όπως αναφέραμε ήδη, το συγκεκριμένο μέτρο αναμένεται να επηρεάσει σημαντικό αριθμό οχημάτων στην Ελλάδα, όπου η καθυστέρηση στον τεχνικό έλεγχο αποτελεί διαχρονικό φαινόμενο για πάνω από 2 εκατομμύρια ιδιοκτήτες, οι οποίοι πλέον κινδυνεύουν να «χάσουν» το όχημά τους και τη δυνατότητα μεταβίβασης αυτού αν και εφόσον δεν προβούν στις απαραίτητες ενέργειες και προχωρήσουν στον απαραίτητο και υποχρεωτικό από τον νόμο τεχνικό έλεγχο.
Μια ακόμη κατηγορία αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά του οχήματος. Ειδικότερα, ένα αυτοκίνητο μπορεί να χαρακτηριστεί μη επισκευάσιμο όταν κατά τη διάρκεια του ΚΤΕΟ διαπιστωθεί πως έχει υποστεί τόσο σοβαρές ζημιές ώστε να μην μπορεί να αποκατασταθεί με ασφαλή τρόπο.
Αυτό περιλαμβάνει περιπτώσεις όπου το πλαίσιο ή το σασί έχει καταστραφεί σε βαθμό που δεν μπορεί να επανέλθει στις εργοστασιακές προδιαγραφές, όταν η διάβρωση έχει επηρεάσει κρίσιμα δομικά σημεία, όταν το όχημα έχει καταστραφεί ολοσχερώς από πυρκαγιά ή έχει πλημμυρίσει προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές στον κινητήρα και στα ηλεκτρονικά του συστήματα, αλλά και όταν λείπουν βασικά μηχανικά εξαρτήματα, όπως ο κινητήρας, το κιβώτιο ταχυτήτων ή το σύστημα διεύθυνσης, χωρίς να υπάρχει πρόθεση επισκευής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η οικονομική διάσταση της επισκευής. Ο κανονισμός ορίζει πως σε περίπτωση που κατά την διάρκεια του ΚΤΕΟ εντοπιστούν σημαντικές βλάβες και εφόσον το συνολικό κόστος αποκατάστασης ενός αυτοκινήτου υπερβαίνει κατά πολύ την πραγματική εμπορική του αξία, το όχημα μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ως οικονομικά μη βιώσιμο για επισκευή και να οδηγηθεί υποχρεωτικά σε απόσυρση.
Αυτό πρακτικά σημαίνει πως σε περιπτώσεις όπου απαιτείται ταυτόχρονη αντικατάσταση βασικών μηχανικών συστημάτων, όπως κινητήρας, ανάρτηση και σύστημα πέδησης, τα οχήματα αυτά θα οδηγούνται απευθείας σε υποχρεωτική απόσυρση.
Ταυτόχρονα, ο νέος κανονισμός βάζει φρένο και στις εξαγωγές προβληματικών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων σε άλλες, αφού προβλέπεται πως όχημα που δεν διαθέτει τις απαιτούμενες τεχνικές πιστοποιήσεις ή έχει χαρακτηριστεί ως όχημα τέλους κύκλου ζωής δεν θα μπορεί να εξαχθεί ως μεταχειρισμένο, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα παράνομης εμπορίας μη ασφαλών οχημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, αν και ο Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1738 τίθεται τυπικά σε ισχύ από τον Αύγουστο του 2026, η πλήρης εφαρμογή του προβλέπεται για τον Αύγουστο του 2028, δίνοντας στα κράτη-μέλη χρονικό περιθώριο δύο ετών ώστε να προσαρμόσουν τις διοικητικές τους διαδικασίες και να εφαρμόσουν το νέο πλαίσιο με ενιαίο τρόπο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.






























