Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Ανατολικής Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, είναι μια οπωσδήποτε δυσάρεστη εξέλιξη για τα ελληνικά συμφέροντα στη Μεσόγειο. Ένα θεσμικό όργανο που μέχρι πρότινος απέρριπτε τη συμφωνία αναθεωρεί τη στάση του, προσφέροντας στην Άγκυρα μια αναπάντεχη βοήθεια και ένα πολύτιμο διπλωματικό έρεισμα. Δεν προσφέρει, όμως, στο μνημόνιο αυτό που εξαρχής του λείπει: τη νομιμότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό, αλλά και γεωγραφικό. Η Τουρκία σχεδίασε, και η Λιβύη αποδέχθηκε, μια θαλάσσια οριοθέτηση σαν να μην υπάρχουν τα ελληνικά νησιά, όπως η Κρήτη, η Κάσος, η Κάρπαθος και η Ρόδος. Όμως τα νησιά παράγουν θαλάσσιες ζώνες, σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας. Η ακριβής επήρειά τους σε μια οριοθέτηση αποτελεί αντικείμενο εφαρμογής νομικών κανόνων και διαπραγμάτευσης, όπου μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία, ή δικαστικής απόφασης όπου η διαπραγμάτευση αποτυγχάνει. Σε καμία περίπτωση όμως, δεν μπορεί να είναι αποδεκτή η αυθαίρετη «εξαφάνισή» τους!
Η ουσία της παρανομίας είναι ότι δύο κράτη δεν μπορούν, με μια διμερή συμφωνία, να αφαιρούν δικαιώματα τρίτου, που προκύπτουν σαφώς από το Διεθνές Δίκαιο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε κατηγορηματικά στις 21 Οκτωβρίου ότι το μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, αντιβαίνει στο Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομες συνέπειες γι’ αυτά. Η κοινοβουλευτική επικύρωση δεν θεραπεύει την αρχική αντίφαση.
Υπάρχει, όμως, και δεύτερος παραλογισμός, πολιτικός αυτή τη φορά. Το στρατόπεδο της Ανατολικής Λιβύης, που αντιπαρατέθηκε στρατιωτικά με τις δυνάμεις τις οποίες υποστήριζε η Τουρκία, εμφανίζεται σήμερα να υιοθετεί τον κεντρικό άξονα της τουρκικής στρατηγικής στη Λιβύη. Η Άγκυρα αποδεικνύει ότι διαθέτει επιμονή, ευελιξία, πόρους και ικανότητα προσέγγισης, ακόμα και πρώην εχθρών.
Αλλά και για την ίδια τη Λιβύη το ερώτημα του κατά πόσο εξυπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της μια συμφωνία που προκαλεί αντιδράσεις από την Ελλάδα, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τις χώρες του Κόλπου και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια χώρα που χρειάζεται πολιτική σταθερότητα, ανοικοδόμηση και ξένες επενδύσεις, έχει ανάγκη από ασφάλεια δικαίου, όχι από αμφισβητούμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις.
Αναφορικά με τις ελληνικές ενέργειες, η μερική συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο το 2020 αποτελεί το ουσιαστικό νομικό και διπλωματικό αντίβαρο στην τουρκική επιδίωξη και ένα σημαντικό πλήγμα στον πυρήνα του ιδεολογήματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η πρόσφατη κοινή τοποθέτηση Ελλάδας, Αιγύπτου, Κύπρου, Μπαχρέιν, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και ΕΕ στον ΟΗΕ, επιβεβαιώνει ότι η τουρκική ερμηνεία δεν γίνεται αποδεκτή ως περιφερειακό τετελεσμένο. Σημαντική πολιτικά, είναι και η σαφής και έντονη αντίδραση του Ισραήλ.
Δεν δικαιολογείται, ωστόσο, εφησυχασμός. Η ελληνο-αιγυπτιακή οριοθέτηση παραμένει μερική, με εκκρεμότητα ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Το Κάιρο έχει αποκαταστήσει τις, έως πρότινος, κακές σχέσεις του με την Άγκυρα, και διατηρεί σημαντικά οικονομικά συμφέροντα και διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία. Η Αθήνα χρειάζεται συστηματική παρουσία τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη, με συγκεκριμένες οικονομικές και τεχνικές προτάσεις συνεργασίας και σεβασμό στην πολιτική διαδικασία υπό τον ΟΗΕ.
Το αποφασιστικό πεδίο, πάντως, είναι η πράξη. Οι έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και η προώθηση του Great Sea Interconnector, με τις νόμιμες αδειοδοτήσεις και τον κατάλληλο επιχειρησιακό σχεδιασμό, έχουν και σαφή πολιτική σημασία, πέρα από τα οικονομικά οφέλη. Δείχνουν ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα δεν αποτελούν απλώς διακηρύξεις, αλλά χρειάζονται διπλωματική κάλυψη, αποτρεπτική αξιοπιστία και σταθερή εφαρμογή, χωρίς άσκοπη κλιμάκωση αλλά και χωρίς υποχωρητικότητα.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο μπορεί να χαράσσει αυθαίρετες γραμμές στη θάλασσα. Δεν μπορεί, όμως, να ξανασχεδιάσει τη γεωγραφία. Και η καλύτερη ελληνική απάντηση είναι να συνδυάσει τη δύναμη του Δικαίου με ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις και αποφασιστικότητα, ώστε να αποδείξει όπου και όποτε χρειαστεί ότι, όχι μόνον οφείλει αλλά και μπορεί να υπερασπιστεί, εκτός από την εδαφική της κυριαρχία, και τα κυριαρχικά της δικαιώματα.






























