ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ… ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ!
Υπάρχουν τόποι που κρύβουν στις πλαγιές τους ιστορίες ανείπωτες. Υπάρχουν χωριά που, πίσω από την ήσυχη όψη τους, φυλάσσουν μνήμες βαριές, ποτισμένες με τον ιδρώτα, τον πόνο και το αίμα των ανθρώπων τους. Κι υπάρχουν ονόματα που, όσο κι αν περνούν τα χρόνια, δεν πρέπει να ξεχαστούν ποτέ.
Η Άρδασσα της Εορδαίας είναι ένας τέτοιος τόπος.
Από αυτό το χωριό, το δικό μου χωριό, έξι ονόματα έρχονται σήμερα από τα βάθη του χρόνου και στέκονται μπροστά μας. Έξι ανθρώπινες ζωές, έξι προσωπικές ιστορίες, έξι νέοι άνθρωποι που συνδέθηκαν με την πιο δύσκολη και συνάμα πιο ιερή στιγμή της ιστορίας μας: τον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας.
Άνθρωποι που είχαν όνειρα, αγάπες, οικογένειες και προσδοκίες. Άνθρωποι που δεν γνώριζαν αν θα ξαναδούν το σπίτι τους, αν θα επιστρέψουν στα αγαπημένα τους πρόσωπα, αν θα προλάβουν να ζήσουν όσα ονειρεύτηκαν.
Κι όμως, όταν η Ελλάδα τους κάλεσε, βρέθηκαν εκεί όπου η Ιστορία γράφεται με θυσίες.
Πολλοί από αυτούς ήταν παιδιά του ξεριζωμένου ποντιακού Ελληνισμού. Άνθρωποι που οι οικογένειές τους είχαν γνωρίσει την πίκρα της προσφυγιάς, είχαν αφήσει πίσω τους πατρογονικές εστίες, μνήμες και τάφους προγόνων. Από τον Πόντο στη Μακεδονία, από τις χαμένες πατρίδες στη νέα τους πατρίδα, είχαν κουβαλήσει μαζί τους τη γλώσσα, τις παραδόσεις, την πίστη και την ακατάλυτη αγάπη για τον Ελληνισμό.
Είχαν ήδη γνωρίσει τον ξεριζωμό. Δεν ήθελαν να χάσουν και αυτή την πατρίδα, την Ελλάδα, που άνοιξε την αγκαλιά της και τους δέχτηκε.
Γι’ αυτό και η συμμετοχή τους στον αγώνα του 1940 αποκτά μια βαθύτερη, συγκλονιστική διάσταση. Για εκείνους, η υπεράσπιση της Ελλάδας δεν ήταν μόνο καθήκον προς την πατρίδα. Ήταν και υπεράσπιση της νέας τους εστίας, του τόπου όπου ξαναρίζωσαν οι οικογένειές τους, εκεί όπου τα παιδιά τους θα μπορούσαν να μεγαλώσουν ελεύθερα, χωρίς τον φόβο ενός νέου ξεριζωμού.
Στα βουνά της Ηπείρου, μέσα στο κρύο, στην πείνα, στις κακουχίες και στη φωτιά του πολέμου, οι άνδρες των Συνταγμάτων της περιοχής μας έδωσαν σκληρές μάχες. Το 28ο Σύνταγμα Πεζικού του Αμυνταίου και το 33ο Σύνταγμα Πεζικού της Φλώρινας, που συνδέθηκαν στενά με τους ανθρώπους της ευρύτερης περιοχής, πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος.
Τα αποκαλούμενα «Σιδερά Συντάγματα» άφησαν το δικό τους ανεξίτηλο αποτύπωμα στον αγώνα. Ανάμεσα στους άνδρες τους βρίσκονταν και παιδιά της Άρδασσας, που έφυγαν από τον τόπο τους για να υπερασπιστούν την ελευθερία όλων μας.
Και σήμερα, πολλά χρόνια μετά, η μνήμη τούς καλεί έναν έναν με το όνομά τους.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ (1915)
Έφεδρος ανθυπολοχαγός του 28ου Συντάγματος Πεζικού. Έπεσε στις 14 Νοεμβρίου 1940, στην περιοχή Γκολίνας. Ένας αξιωματικός που άφησε την τελευταία του πνοή στο πεδίο της μάχης, μα το όνομά του δεν παραδόθηκε στη λήθη.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΜΑΡΑΝΤΙΔΗΣ (1917)
Δεκανέας του 28ου Συντάγματος Πεζικού. Καταγόταν από τη Χαβίανα της Αργυρούπολης του Πόντου, γεννήθηκε στην Αλούστα Σάρα της Γιάλτας και έζησε στην Άρδασσα. Έπεσε στις 6 Φεβρουαρίου 1941, στο ύψωμα 802, στο Μπούμπεσι.
Πίσω από την πολεμική καταγραφή υπάρχει και μια ανθρώπινη ιστορία που συγκινεί βαθιά. Ήταν λογοδοσμένος με την Κυριακή Κωνσταντινίδου. Ο θάνατός του άφησε πίσω του μια αγάπη που δεν πρόλαβε να ανθίσει σε κοινή ζωή. Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση που διασώζεται, ο αδελφός του, Λεωνίδας, παντρεύτηκε αργότερα την Κυριακή, σύμφωνα με τα ποντιακά έθιμα.
Μια ιστορία που φανερώνει πόσο βαθιά συνδέονταν τότε οι άνθρωποι, οι οικογένειες, οι υποχρεώσεις και οι παραδόσεις.
ΣΥΜΕΩΝ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (1919)
Στρατιώτης του 33ου Συντάγματος Πεζικού, από την Άρδασσα Μουρικίου της Εορδαίας. Έπεσε στις 6 Φεβρουαρίου 1941, στο Μπούμπεσι. Ένα ακόμη παιδί του τόπου μας που δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ (1919)
Στρατιώτης του 33ου Συντάγματος Πεζικού, από την Άρδασσα Εορδαίας. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 5 Μαρτίου 1941, στο 2ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Γιατί ο πόλεμος δεν τελείωνε πάντοτε στο πεδίο της μάχης. Συχνά, η δοκιμασία συνεχιζόταν στα στρατιωτικά νοσοκομεία, μακριά από την οικογένεια και τον τόπο που περίμενε την επιστροφή.
ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΟΛΤΟΠΟΥΛΟΣ (1915)
Στρατιώτης του 28ου Συντάγματος Πεζικού, από την Άρδασσα Εορδαίας. Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1940, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Φλώρινας. Ένας ακόμη νέος άνθρωπος που η μοίρα του πολέμου δεν άφησε να γυρίσει πίσω, στους δικούς του.
ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ
Με καταγωγή από τη Σκοπιά Ροδοπόλεως του Πόντου. Ήταν ήδη σύζυγος και πατέρας τριών μικρών παιδιών, του Κωνσταντίνου, της Δέσποινας και του Γιώργου, όταν σκοτώθηκε.
Τρία παιδιά που στερήθηκαν τον πατέρα τους. Μια γυναίκα που στερήθηκε τον σύντροφό της. Μια οικογένεια που βίωσε το βαρύ τίμημα του πολέμου.
Το όνομά του έρχεται να μας θυμίσει πως πίσω από κάθε στρατιωτική αναφορά υπάρχει μια ολόκληρη ζωή. Ένα σπίτι που περιμένει. Μια αγκαλιά που μένει άδεια. Παιδιά που μεγαλώνουν με μια απουσία και με μια ιστορία που κάποτε πρέπει να μάθουν.

Έξι ονόματα. Έξι ανθρώπινες διαδρομές. Μια κοινή παρακαταθήκη: η ελευθερία.
Δεν είναι απλώς ονόματα σε έναν κατάλογο πεσόντων. Είναι κομμάτια της ιστορίας της Άρδασσας, της Εορδαίας, της Μακεδονίας, του ποντιακού Ελληνισμού και ολόκληρης της Ελλάδας.
Είναι η απόδειξη πως η προσφυγιά δεν έσβησε την αγάπη για την πατρίδα. Αντίθετα, η μνήμη της χαμένης πατρίδας έγινε δύναμη για την υπεράσπιση της νέας. Οι άνθρωποι που κάποτε αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις προγονικές τους εστίες στάθηκαν με αυταπάρνηση για να μην αναγκαστούν οι επόμενες γενιές να ζήσουν ξανά τον ίδιο πόνο.
Αυτό είναι το μεγαλείο της θυσίας τους. Όχι ο θάνατος, αλλά η ζωή που θέλησαν να προστατεύσουν. Όχι ο πόλεμος, αλλά η ελευθερία για την οποία αγωνίστηκαν.
Και τώρα, η σκυτάλη περνά σε εμάς.
Σε εμάς που έχουμε το χρέος να αναζητούμε τα ονόματά τους, να φωτίζουμε τις ιστορίες τους, να στεκόμαστε με σεβασμό μπροστά στη μνήμη τους και να παραδίδουμε την ιστορία τους στις νεότερες γενιές. Γιατί ένας λαός δεν τιμά πραγματικά τους ήρωές του μόνο με στεφάνια και επετειακούς λόγους. Τους τιμά όταν αρνείται να τους ξεχάσει.
Κι εγώ, για αυτή τη μνήμη, διανύω χιλιόμετρα.
Δεν μετρώ τις αποστάσεις όταν ο προορισμός είναι ένας τόπος ιερός. Δεν λογαριάζω τον δρόμο όταν στο τέλος του με περιμένει μια ιστορία που ζητά να ακουστεί, ένα όνομα που ζητά να μνημονευθεί, μια θυσία που αξίζει να παραμείνει ζωντανή.
Κάθε τέτοια διαδρομή είναι για μένα ένας μικρός φόρος τιμής. Ένα προσκύνημα στην ιστορία και στις ρίζες μας. Μια υπόσχεση πως, όσο μπορώ να περπατώ, να ταξιδεύω και να αφηγούμαι, δεν θα αφήσω τη μνήμη αυτών των ανθρώπων να χαθεί στη σιωπή του χρόνου.
Γιατί η Άρδασσα δεν είναι μόνο ο τόπος από τον οποίο έφυγαν. Είναι ο τόπος που εξακολουθεί να τους περιμένει στη συλλογική του μνήμη.
Και η Ελλάδα δεν είναι μόνο η γη που υπερασπίστηκαν. Είναι η ελευθερία που μας παρέδωσαν ως πολύτιμη κληρονομιά.
Στους ήρωες της Άρδασσας, στους Πόντιους προγόνους μας, στους άνδρες που δεν επέστρεψαν, αλλά έμειναν για πάντα εδώ, στην καρδιά της πατρίδας, οφείλουμε ένα μεγάλο και ατελείωτο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Τους ευχαριστούμε. Τους ευγνωμονούμε. Τους τιμούμε.
Με αγάπη για τον τόπο μου, με σεβασμό στην ιστορία και με ευγνωμοσύνη για όσους αγωνίστηκαν, ώστε εμείς σήμερα να ζούμε ελεύθεροι.
Αιωνία η μνήμη των ηρώων μας.
Η Άρδασσα θυμάται. Ο Πόντος δεν ξεχνά. Η Ελλάδα τιμά.
































