Παίρνοντας τον δρόμο για την Κοζάνη, είχαμε προετοιμαστεί για ένα μάλλον κουραστικό ταξίδι, καθώς απέχει από την Αθήνα κοντά στα 470 χιλιόμετρα. Τελικά τα πράγματα αποδείχθηκαν απλούστερα απ’ ό,τι περιμέναμε, μια και η Εγνατία έχει κάνει το ταξίδι γρηγορότερο, πιο ξεκούραστο και αναμφισβήτητα πιο ασφαλές.
Για όσους η εκδρομή ξεκινάει από το πρώτο χιλιόμετρο και απολαμβάνουν τη διαδρομή, μια καλή ιδέα είναι να αφήσουν για λίγο την εθνική οδό και να κάνουν μια στάση στη Στυλίδα, που διαθέτει μια ωραία μεγάλη πλατεία ιδανική για ξεκούραση και ανεφοδιασμό.
Πρώτη ημέρα
Αν κοιτάξετε προσεκτικά τον χάρτη, γρήγορα θα εντοπίσετε ότι η Κοζάνη είναι ένα σταυροδρόμι μεταξύ Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Ηπείρου, αλλά και σε κομβικό σημείο σε σχέση με τα Βαλκάνια – προς τα εκεί, εξάλλου, συνεχίσαμε τις διακοπές μας.
Χτισμένη αμφιθεατρικά στους πρόποδες του Βερμίου, σε υψόμετρο 720 μέτρων, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πολιτιστικά και οικονομικά κέντρα της Βόρειας Ελλάδας, γεγονός που οφείλω να ομολογήσω ότι αγνοούσαμε.
Η ιστορία της ξεκινά από τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, όταν κάτοικοι από τα γύρω ορεινά χωριά κατέβηκαν στην περιοχή και δημιούργησαν έναν νέο οικισμό, που χάρη στο εμπόριο γνώρισε σημαντική ακμή ήδη από τον 17ο και 18ο αιώνα.
Παρότι δεν θα τη χαρακτήριζε κανείς εύκολα ως τουριστικό προορισμό –εκτός αν πρόκειται για τους δημοφιλείς καρναβαλικούς Φανούς της, που προσελκύουν κάθε χρόνο πλήθος επισκεπτών–, η Κοζάνη έχει ενδιαφέρον, χαρακτήρα και αξίζει να τη γνωρίσει κανείς καλύτερα.
Ξεκινήστε τη βόλτα σας στην πόλη από την καρδιά της, την πλατεία Νίκης, όπου δεσπόζει το καμπαναριό του ναού του Αγίου Νικολάου, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της Κοζάνης.
Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης χτίστηκε το 1664, ανακαινίστηκε εκ βάθρων το 1721 και, όπως οι περισσότερες μεταβυζαντινές εκκλησίες της Βόρειας Ελλάδας, κρύβει τη γοητεία του στο κατανυκτικό εσωτερικό του, με το αριστοτεχνικό ξυλόγλυπτο τέμπλο και τις τοιχογραφίες που φιλοτέχνησαν οι Γιαννιώτες αδελφοί Νικόλαος και Θεόδωρος το 1730.
Στην πλατεία διασώζονται και κάποια από τα νεοκλασικά κτίρια της Κοζάνης –του δημαρχείου συμπεριλαμβανομένου–, ενώ καταστήματα και café σφύζουν από ζωή. Αξίζει να σημειώσω ότι όσο ήμασταν στην πόλη, μας ξάφνιασαν ευχάριστα τα κερασμένα «συνοδευτικά» με κάθε παραγγελία ποτού ή καφέ, που ελπίζω να μην έχουν καταργηθεί.
Τριγυρίζοντας στην πόλη θα εντοπίσετε αρχοντικά, εκκλησίες και σχολεία που μαρτυρούν τη μεγάλη ανάπτυξή της κατά το παρελθόν, ενώ αξίζει να προμηθευτείτε ωραία ντόπια τυριά, ξηρούς καρπούς και τον πολύτιμο κρόκο Κοζάνης που καλλιεργείται στην περιοχή από τον 17ο αιώνα και συλλέγεται κυρίως τον Οκτώβριο, όταν τα ανθισμένα χωράφια είναι πραγματικό αριστούργημα.
Στο Ιστορικό-Λαογραφικό και Φυσικής Ιστορίας Μουσείο Κοζάνης θα μάθετε τα πάντα για την ιστορία του τόπου, με τα εκθέματα της λαογραφικής συλλογής –που καλύπτουν την περίοδο από το 1640 έως το 1960– να θεωρούνται τα σημαντικότερα.
Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη –με ιστορία που ξεκινά από τον 17ο αιώνα–, μία από τις πιο σημαντικές βιβλιοθήκες της Ελλάδας, η οποία φιλοξενεί σπάνια χειρόγραφα και παλιά βιβλία, ανάμεσά τους τα παλαίτυπα «Μετά τα Φυσικά» και «Περί τα ζώα ιστορίαι» του Αριστοτέλη (εκτύπωση 1497) και η «Χάρτα του Ρήγα» (εκτύπωση 1796-1797).
Μετά την πνευματική τροφή, νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να βάλετε κάτι στο στόμα σας κι εδώ θα φάτε καλά: γιαπράκια –κοινώς λαχανοντολμάδες–, πρασοτηγανιά και γκιζλεμόπιτα (πίτα με κιμά και πράσα) συστήνονται ένθερμα.
Δεύτερη ημέρα
Ένα από τα πιο όμορφα σημεία κοντά στην πόλη είναι η λίμνη Πολυφύτου. Καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα από την Κοζάνη, η τεχνητή λίμνη προέκυψε όταν η ΔΕΗ αποφάσισε το 1974 να κατασκευάσει το φράγμα Πολυφύτου στον Αλιάκμονα, σκεπάζοντας με νερό το προσφυγικό χωριό Νεράιδα και δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα ολόκληρο οικοσύστημα πολύ σημαντικό για την ορνιθοπανίδα, καθώς στην περιοχή έχουν καταγραφεί 128 είδη πουλιών, 82 από τα οποία είναι μόνιμοι κάτοικοι.
Την επιμήκη λίμνη κλήθηκε να γεφυρώσει ο καινοτόμος Ιταλός πολιτικός μηχανικός Ρικάρντο Μοράντι, ο οποίος σχεδίασε την Υψηλή Γέφυρα Σερβίων που εγκαινιάστηκε το 1976, έχει μήκος 1.372 μέτρα, πλάτος 13,5 μέτρα και υπήρξε επί μακρόν η μεγαλύτερη γέφυρα στην Ελλάδα.
Όταν το 2018 κατέρρευσε η γέφυρα της Γένοβας –την οποία, παρεμπιπτόντως, είχαμε διασχίσει την προηγούμενη μέρα–, δημιουργήθηκε μεγάλη ανησυχία και στην Ελλάδα, καθώς η Υψηλή Γέφυρα ήταν και αυτή έργο του Μοράντι.
Το 2023 η γέφυρα τελικά έκλεισε, ώστε να αποκατασταθούν τα προβλήματα που είχαν εντοπιστεί. Πλέον είναι ανοιχτή, με τις τελικές αποφάσεις να αναμένονται τον Ιούνιο, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η σχετική μελέτη που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Ανεβείτε στη Νέα Νεράιδα που ίδρυσαν όσοι δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και τσιμπήστε το κατιτίς σας στο Ανεμοχάδι με τη μοναδική θέα στη λίμνη – οι ντόπιοι σαφώς προτιμούν τα κρέατα, υπάρχουν όμως και ψάρια για όσους τα αγαπούν.
Χορτασμένοι από τροφή και ομορφιά, ήρθε η ώρα να διασχίσετε την Υψηλή Γέφυρα: η εμπειρία είναι μοναδική και μάλλον απροσδόκητη. Στη συνέχεια κατευθυνθείτε προς το Βελβεντό – ναι, αυτό με τα διάσημα ροδάκινα.
Το Βελβεντό –όπως φαίνεται ότι είναι ο σωστότερος τύπος, αντί του αρσενικού Βελβεντός– είναι ένα χωριό με μακραίωνη ιστορία, που κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας αποτέλεσε σημαντικό κέντρο της περιοχής, με ενεργή συμμετοχή στην Επανάσταση.
Σήμερα φημίζεται για τα ροδάκινά του –και όχι μόνο–, με τη γεωργία να αποτελεί βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους, οι οποίοι έχουν συστήσει συνεταιρισμούς που προωθούν με επιτυχία τα τοπικά προϊόντα στην ελληνική και τη διεθνή αγορά.
Το ιστορικό κέντρο είναι όμορφο και περιποιημένο, με αρκετά πέτρινα κτίρια με τη χαρακτηριστική μακεδονίτικη αρχιτεκτονική. Κυριαρχεί η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου, μια τρίκλιτη βασιλική του 1804, με ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο πραγματικό έργο τέχνης – και bonus ένα ξυλόγλυπτο τέμπλο του 16ου αιώνα στο παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου, στο δεξιό κλίτος του ναού.
Μιας και μιλάμε για τέμπλα, αναζητήστε την εκκλησία του Αγίου Νικολάου (16ος αιώνας), στη βάση του επιχρυσωμένου τέμπλου της οποίας αναφέρεται ότι πρόκειται για δωρεά του 1591. Σύμφωνα με τον Κυριάκο Σιμόπουλο, «πρόκειται για το παλαιότερο γνωστό μέχρι σήμερα χρονολογημένο τέμπλο και από τα πιο σημαντικά στον ελλαδικό χώρο».
Περιπλανηθείτε στον οικισμό, φορτωθείτε γλυκά του κουταλιού και μαρμελάδες από τον Γυναικείο Αγροτικό και Βιοτεχνικό Συνεταιρισμό, καθώς και παραδοσιακές τουλούμπες ΖΑΝΔΕ, και μην παραλείψετε να επισκεφθείτε το Λαογραφικό Μουσείο Βελβεντού, που στεγάζεται στο αναπαλαιωμένο Αρχοντικό Κώστα του 19ου αιώνα.
Μια ανάσα από το Βελβεντό βρίσκεται το φαράγγι Σκεπασμένο, που χρωστάει το όνομά του στα σκεπασμένα κανάλια που κατασκευάστηκαν τη δεκαετία του ’50 για την άρδευση του κάμπου. «Φαράγγι των Εννιά Πιερίδων Μουσών» είναι το λόγιο όνομά του, αφού στους καταρράκτες του έπαιρναν το μπανάκι τους οι μούσες.
Ένα πλακόστρωτο μονοπάτι θα σας οδηγήσει, μέσω μιας καταπράσινης διαδρομής, σε ένα πλάτωμα με παγκάκια, παιδική χαρά ακόμα και ψησταριές, οπότε οι μερακλήδες οργανωθείτε καταλλήλως. Από εκεί και πέρα ξεκινά η σοβαρή αναρρίχηση του φαραγγιού και σταματώ εγώ – ως γνωστόν.
Υποθέτω ότι όλα τα παραπάνω είναι αρκούντως ελκυστικά, έχω κρατήσει όμως ένα κερασάκι για την τούρτα: τον Μάρτιο ανθίζουν οι ροδακινιές. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πω τίποτε άλλο.
Πηγή: Κορίνα Φαρμακόρη/lifo






























