Καύσιμα, ενέργεια, φορολογία και αυξημένο κόστος παραγωγής πιέζουν ασφυκτικά παραγωγούς και εμπόρους. «Καθημερινά βλέπουμε συναδέλφους να φεύγουν από τις λαϊκές αγορές, γιατί δεν …βγαίνουν», τονίζει ο Γενικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Λαϊκών Αγορών σε συνέντευξή του στο True Story Radio.
Την ασφυκτική κατάσταση που βιώνουν οι επαγγελματίες των λαϊκών αγορών, με ιδιαίτερα έντονο το πρόβλημα στη Δυτική Μακεδονία, περιέγραψε ο Γενικός Γραμματέας της Ομοσπονδίας Λαϊκών Αγορών, Σάββας Κοτανίδης, μιλώντας στο True Story Radio. Με το κόστος των καυσίμων, της ενέργειας και της παραγωγής να αυξάνεται, ενώ τα εισοδήματα των καταναλωτών παραμένουν πιεσμένα, η καθημερινή λειτουργία των λαϊκών αγορών γίνεται ολοένα και δυσκολότερη.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι ότι ολοένα και περισσότεροι επαγγελματίες εγκαταλείπουν τον κλάδο, αδυνατώντας να καλύψουν τα έξοδά τους. Την ίδια στιγμή, ο κ. Κοτανίδης προειδοποιεί ότι η συρρίκνωση των λαϊκών αγορών μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες και για τους καταναλωτές, καθώς, όπως υποστηρίζει, η απουσία τους θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Κοτανίδης στο κόστος μετακίνησης, το οποίο επιβαρύνει σημαντικά τους παραγωγούς και τους εμπόρους, ειδικά σε μια περιοχή όπως η Δυτική Μακεδονία, όπου οι αποστάσεις μεταξύ των πόλεων και των λαϊκών αγορών είναι μεγάλες.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, για τη μετακίνησή του στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να προμηθευτεί προϊόντα και να επιστρέψει, το κόστος που παλαιότερα κυμαινόταν στα 60-70 ευρώ έχει πλέον ανέβει περίπου στα 90-100 ευρώ. Παράλληλα, οι μετακινήσεις προς τις λαϊκές αγορές της περιφέρειας μπορεί να φτάνουν τα 120 ή και τα 150 χιλιόμετρα με επιστροφή.
Στις επιβαρύνσεις αυτές προστίθενται η φορολογία, το τεκμαρτό εισόδημα, το αυξημένο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και στα εφόδια που χρειάζονται οι παραγωγοί.
Όπως εξήγησε, ακόμη και όταν ένα προϊόν διατίθεται σε σχετικά χαμηλή τιμή από το χωράφι, το κόστος δεν σταματά εκεί. Για παράδειγμα, τα μήλα χρειάζονται ψυκτικούς χώρους για τη συντήρησή τους, με αποτέλεσμα να προστίθενται έξοδα ηλεκτρικής ενέργειας και αποθήκευσης. Το τελικό κόστος αυξάνεται σε κάθε στάδιο, επιβαρύνοντας τόσο τον επαγγελματία όσο και τον καταναλωτή.
«Καθημερινά βλέπουμε συναδέλφους να φεύγουν από τις λαϊκές αγορές»
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα της Ομοσπονδίας Λαϊκών Αγορών, δεν περιορίζεται στις αυξημένες τιμές. Αφορά πλέον την ίδια τη δυνατότητα επιβίωσης των επαγγελματιών.
«Καθημερινά βλέπουμε ότι οι συνάδελφοι φεύγουν μέσα από τις λαϊκές, γιατί δεν …βγαίνουν», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας ανθρώπους που αδυνατούν να πληρώσουν τα έξοδά τους και αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη δραστηριότητά τους, αναζητώντας εργασία σε άλλους κλάδους.
Μεταξύ των προτάσεων που παρουσίασε ο κ. Κοτανίδης είναι η δημιουργία περιφερειακών γραφείων λαϊκών αγορών, τα οποία θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε περιοχής.
Όπως εξήγησε, οι περιφέρειες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν σε ζητήματα λειτουργίας των αγορών, να καθορίζουν πιο αποτελεσματικά τη χωροθέτησή τους και να εξετάζουν το ύψος του ημερήσιου δικαιώματος που καταβάλλουν οι επαγγελματίες.
Παράλληλα, πρότεινε να λαμβάνονται υπόψη τα προϊόντα που παράγονται σε κάθε περιοχή, ώστε να αποφεύγονται περιττές μεταφορές και να διευκολύνεται η διάθεση των τοπικών προϊόντων σε πιο προσιτές τιμές.
Στα βασικά αιτήματα του κλάδου περιλαμβάνονται, επίσης, φθηνότερα καύσιμα, επιδοτήσεις για την ενέργεια και μειωμένο κόστος ηλεκτρικού ρεύματος και πετρελαίου για τον πρωτογενή τομέα.
«Δεν βλέπουμε …φως», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την ανησυχία του για το μέλλον της αγροτικής παραγωγής, εφόσον συνεχιστεί η αύξηση του κόστους καλλιέργειας και λειτουργίας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
«Αν φύγουν οι λαϊκές αγορές, θα εκτοξευθούν οι τιμές»
Το μήνυμα με το οποίο επέλεξε να κλείσει τη συνέντευξή του ο Σάββας Κοτανίδης αφορούσε τον ρόλο των λαϊκών αγορών στη διαμόρφωση των τιμών και στην καθημερινότητα των καταναλωτών.
Αναγνωρίζοντας ότι αρκετά προϊόντα είναι σήμερα ακριβά για τα νοικοκυριά, υποστήριξε ότι οι λαϊκές αγορές εξακολουθούν να συγκρατούν τις τιμές και να προσφέρουν μια σημαντική διέξοδο για όσους αναζητούν πιο προσιτές επιλογές.
«Αν δεν θα υπάρχουν λαϊκές αγορές, θα δείτε πώς θα εκτοξευθούν οι τιμές και πόσο θα τα παίρνουν οι καταναλωτές», ήταν το χαρακτηριστικό μήνυμά του, ενώ κάλεσε τον κόσμο να στηρίξει τις λαϊκές αγορές.
Γιάννα Λούσιου































