Το πράσινο φως για ενεργειακές επενδύσεις που αναμένεται να φτάσουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028 έδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Ελλάδα, εγκρίνοντας την επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής στον τομέα της ενέργειας. Στον σχεδιασμό περιλαμβάνεται ειδικό πρόγραμμα ύψους 50 εκατ. ευρώ για τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη, με συνολικά 10.000 δικαιούχους και παρεμβάσεις για την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών.
Η απόφαση της Κομισιόν, που ανακοινώθηκε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, αφορά το ελληνικό αίτημα που είχε υποβληθεί στις 6 Αυγούστου 2026 και επιτρέπει μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία για συγκεκριμένες επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Δυτική Μακεδονία παρουσιάζει η νέα δράση του προγράμματος Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, συνολικού προϋπολογισμού 50 εκατ. ευρώ. Προβλέπει την ενίσχυση νοικοκυριών για την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας, ηλιακών θερμοσιφώνων και φωτοβολταϊκών συστημάτων στις στέγες, σε συνδυασμό με μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας.
Οι 10.000 δικαιούχοι αφορούν συνολικά τη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη, χωρίς να έχει προσδιοριστεί ακόμη η κατανομή τους ανά περιοχή.
Σε πανελλαδικό επίπεδο, ο σχεδιασμός περιλαμβάνει επίσης πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ για την εγκατάσταση μπαταριών σε συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς και αντίστοιχο πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες, με στόχο την κάλυψη 100.000 δικαιούχων.
Προβλέπονται ακόμη παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης σε 109 δημόσια και πανεπιστημιακά κτίρια, προϋπολογισμού 117 εκατ. ευρώ, καθώς και σε 246 σχολικές και προσχολικές μονάδες, με χρηματοδότηση 45 εκατ. ευρώ.
Η ενεργειακή ρήτρα διαφυγής επιτρέπει την εξαίρεση επιλέξιμων δαπανών από τα ευρωπαϊκά όρια αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών, έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και 0,6% σωρευτικά μέχρι το 2028. Οι δαπάνες, πάντως, εξακολουθούν να επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και το δημόσιο χρέος.
Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, χαρακτήρισε την απόφαση σημαντική για τη χώρα, επισημαίνοντας ότι δημιουργεί δυνατότητες επενδύσεων με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας.
Για τη Δυτική Μακεδονία, η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της απολιγνιτοποίησης και της ανάγκης περιορισμού του κόστους θέρμανσης και ηλεκτρικής ενέργειας. Η πρακτική αξιοποίηση των ενισχύσεων θα εξαρτηθεί από την εξειδίκευση των προγραμμάτων, τους όρους συμμετοχής και το χρονοδιάγραμμα υλοποίησής τους.






























