Σήμερα γίνεται 52. Γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου του 1974, λίγους μήνες μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, σε μια χώρα που αναζητούσε ακόμη τον βηματισμό της. Πατέρας της, τουλάχιστον κατά την επίσημη γενεαλογία της, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Το καταστατικό της επιμένει στην καταγωγή: η Νέα Δημοκρατία είναι το κόμμα που ίδρυσε εκείνος και που εξακολουθεί να αναφέρεται στις αρχές της ιδρυτικής διακήρυξης της 4ης Οκτωβρίου 1974.
Πενήντα δύο χρόνια αργότερα είναι μια ώριμη κυρία. Ή μήπως όχι; Ο Νίκος Δένδιας επέλεξε να την αποκαλέσει «μια όμορφη κοπέλα 52 χρόνων». Αξίζει, αρχικά, να σταθούμε λίγο περισσότερο στη λέξη «κοπέλα» και έπειτα στην ομορφιά της. Γιατί κοπέλα και όχι κυρία; Ενδεχομένως, η απάντηση να κρύβεται στην τρυφερότητα ενός ανθρώπου για την πολιτική οικογένεια στην οποία μεγάλωσε. Ίσως, να υποκρύπτει τη διαχρονική δυσκολία μας να συμφιλιώνουμε τη γοητεία με την ηλικία. Μπορεί ακόμη να εκφράζει εκείνη την ανθρώπινη ανάγκη να κρατάμε νέους, έστω μέσα στη γλώσσα, ανθρώπους, σχέσεις και πράγματα που μας συνόδευσαν καθώς μεγαλώναμε κι εμείς.
Και, αλήθεια, είναι κυρία; Είναι δεσμευμένη; Παντρεμένη πάντως με έναν και μοναδικό σύντροφο δεν υπήρξε ποτέ. Στα 52 της έχει ήδη μια πλούσια συναισθηματική διαδρομή. Φλέρταρε με τον οικονομικό φιλελευθερισμό, έζησε επί δεκαετίες με τον κοινωνικό συντηρητισμό, διατήρησε έναν ανθεκτικό δεσμό με τη λαϊκή Δεξιά, αγάπησε την Ευρώπη και τα τελευταία χρόνια έδειξε ιδιαίτερη έλξη προς την τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής. Κάποιες σχέσεις υπήρξαν θυελλώδεις, άλλες περισσότερο συμβατικές. Ορισμένους συντρόφους τούς αποχωρίστηκε και τους συνάντησε ξανά αργότερα, με διαφορετικούς όρους. Άλλαξε σχέσεις, άλλαξε τρόπους να ντύνεται και τρόπους να μιλά. Κανένας από αυτούς τους δεσμούς δεν εξάντλησε τη συνολική ταυτότητά της. Ίσως επειδή στα 52 της κουβαλά ήδη περισσότερες από μία ταυτότητες: εκείνη που υπήρξε, εκείνη που θέλησε να γίνει, εκείνη που έδειξε στους άλλους και εκείνη που εξακολουθεί να αναζητά.
Άλλωστε, στην ιστορική της διαδρομή επιχείρησε κατά καιρούς να στεγάσει διαφορετικές πολιτικές ταυτότητες: δεξιούς, φιλελεύθερους, κεντρώους, συντηρητικούς, ακόμη και ανθρώπους προερχόμενους από τη σοσιαλδημοκρατία. Θα μπορούσε κανείς, με κάποια δόση πρόκλησης, να μιλήσει για μια ιδιότυπη πολιτική πανσεξουαλικότητα μιας παράταξης που μέσα στον χρόνο έμαθε να επιθυμεί, να γοητεύει, να προσελκύει και τελικά να ενσωματώνει πολύ διαφορετικά πολιτικά αντικείμενα πόθου. Ίσως και αυτή η πολλαπλότητα να αποτελεί μέρος της γοητείας της. Ίσως πάλι να κάνει δυσκολότερη την απάντηση στο παλαιότερο ερώτημα κάθε ταυτότητας: ποια είμαι όταν μείνω μόνη με τον εαυτό μου;
Κι όμως, όλες αυτές οι έλξεις δεν υπήρξαν πάντοτε εύκολο να ομολογηθούν. Ο συντηρητικός εαυτός της δυσπιστούσε ενίοτε απέναντι στον φιλελεύθερο, ο λαϊκός απέναντι στον τεχνοκράτη, ο αστός απέναντι στο καφενείο και το καφενείο απέναντι στον αστό, ο ευρωπαϊστής απέναντι στον παραδοσιακό πατριωτισμό. Στην ίδια πολυκατοικία της συγκατοικούν πλέομ άνθρωποι με διαδρομή στην άκρα Δεξιά και άλλοι προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ. Η ιστορία της μοιάζει έτσι και με μια μακρά άσκηση συγκατοίκησης διαφορετικών, ενίοτε πολύ μακρινών, πολιτικών εαυτών.Η ιστορία της μοιάζει έτσι και με μια μακρά άσκηση συγκατοίκησης διαφορετικών πολιτικών εαυτών.
Ίσως γι’ αυτό το «κοπέλα» να της ταιριάζει περισσότερο απ’ όσο αρχικά υποψιαζόμαστε. Εξακολουθεί να βρίσκεται σε σχέση με την επιθυμία, τη δική της και των άλλων. Και κάπου εδώ επιστρέφει το δεύτερο επίθετο του κ. Δένδια: «όμορφη». Τι σημαίνει ομορφιά στα 52; Ποιος δικαιούται να την απονείμει; Ο καθρέφτης, εκείνη που κοιτάζεται μέσα του ή τα μάτια που εξακολουθούν να στρέφονται πάνω της; Είναι η ομορφιά ιδιότητα ή σχέση; Κάτι που διαθέτουμε ή κάτι που οι άλλοι εξακολουθούν να αναγνωρίζουν σε εμάς; Η ψυχανάλυση θα ήταν επιφυλακτική απέναντι σε μια βιαστική απάντηση. Ο καθρέφτης δεν επιστρέφει ποτέ μόνο ένα πρόσωπο. Κρατά επάνω του ίχνη από αυτό που υπήρξαμε, από αυτό που φανταστήκαμε ότι είμαστε, από αυτό που θελήσαμε να γίνουμε και, ίσως περισσότερο απ’ όλα, από αυτό που φοβόμαστε ότι οι άλλοι βλέπουν όταν μας κοιτούν.
Στα 52, πάντως, η κοπέλα κουβαλά μέσα στο ίδιο της το όνομα μια απαιτητική υπόσχεση: τη λένε Νέα.
Η ηλικία προχωρά, η υπόσχεση μένει. Και όσο περνούν τα χρόνια, ζητά διαρκώς να ανανεώνεται. Κάθε ρυτίδα καλείται να μεταφραστεί σε εμπειρία και κάθε εμπειρία σε μια καινούργια αρχή. Η νεότητα, όταν αποτελεί μέρος του ονόματός σου, αποκτά έτσι μια παράξενη διάρκεια. Γίνεται προσδοκία, αυτοεικόνα, ίσως και υποχρέωση. Κάποτε η αγωνία να παραμείνει κανείς νέος μπορεί να καταλάβει περισσότερο χώρο από την ίδια τη νεότητα. Και τότε γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα: τι υπηρετεί κάθε αλλαγή και πόσο χώρο αφήνει στην ανάγκη να αναγνωρίζει κανείς ακόμη στον καθρέφτη την εικόνα που έχει μάθει να αγαπά;
Κάπου εδώ ο ναρκισσισμός αποκτά πολιτικό ενδιαφέρον. Τι συμβαίνει σε έναν οργανισμό όταν για πολλά χρόνια βρίσκεται κοντά στην εξουσία ή μέσα σε αυτήν; Η εξουσία διαθέτει τη δική της μεγεθυντική δύναμη. Το χειροκρότημα, η αναγνωρισιμότητα, οι αριθμοί, η αίσθηση αποτελεσματικότητας και η πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων μπορούν να προσφέρουν μια καθησυχαστική εικόνα του εαυτού. Μια τέτοια εικόνα, ωστόσο, έχει τα όριά της. Δυσκολεύεται να πληροφορήσει εκείνον που την απολαμβάνει για το βλέμμα των άλλων όταν η επιβεβαίωση υποχωρεί.
Ίσως γι’ αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συζήτηση που έχει ανοίξει τελευταία μέσα στην ίδια την πολιτική της οικογένεια. Στελέχη της μιλούν για μετριοφροσύνη, επίγνωση των σφαλμάτων, ακόμη και για φαινόμενα αλαζονείας. Η Ντόρα Μπακογιάννη το διατύπωσε ευθέως, καλώντας ορισμένους υπουργούς να «ξεκαβαλικέψουν». Η λέξη που επιστρέφει είναι δύσκολη για κάθε εξουσία: το λάθος.
Το λάθος τραυματίζει τη ναρκισσιστική εικόνα. Η παραδοχή του απαιτεί έναν εαυτό αρκετά ασφαλή ώστε να αντέχει την ατέλειά του, να αναγνωρίζει τις αστοχίες του και να συνεχίζει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μετά από αυτές. Η εξουσία κάνει αυτή τη διαδικασία ακόμη δυσκολότερη. Όσο περισσότερο συνηθίζει κανείς στην επιβεβαίωση, τόσο μεγαλύτερη ψυχική εργασία απαιτείται για να αφήσει χώρο στην αμφιβολία.
Και η κοπέλα έχει κάνει λάθη. Έχει γνωρίσει επιτυχίες, ήττες, αποχωρισμούς, επιστροφές, οικογενειακούς καβγάδες και περιόδους κατά τις οποίες έμοιαζε να έχει βρει ξανά τη θέση της στο δωμάτιο. Διαθέτει πια μια βιογραφία που δεν ξαναγράφεται από την αρχή. Κουβαλά όσα πέτυχε μαζί με όσα θα προτιμούσε ίσως να είχαν συμβεί διαφορετικά. Η ωριμότητα προϋποθέτει την ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς τα λάθη του, να αντέχει τη μνήμη τους και να τα ενσωματώνει στην ιστορία του, χωρίς να τους επιτρέπει να καταλάβουν ολόκληρη την αφήγηση.
Υπάρχει, βέβαια, και το ζήτημα της γονιμότητας. Στα 52 η αναπαραγωγική πραγματικότητα μιας γυναίκας έχει μεταβληθεί σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες της ζωής της, την ίδια στιγμή που η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή έχει διευρύνει δυνατότητες και χρονικά όρια. Για ένα πολιτικό κόμμα η γονιμότητα αποκτά τη δική της σημασία. Μπορεί ακόμη να γεννά ιδέες; Μπορεί να αναδεικνύει νέα πρόσωπα; Μπορεί να γεννά πολιτική φαντασία; Μπορεί να δημιουργεί καινούργιες πολιτικές γενιές ή επιστρέφει σε γνώριμα σχήματα και αφηγήσεις, ντυμένα κάθε φορά με τη γλώσσα της εποχής τους;
Και κυρίως, εξακολουθεί να είναι επιθυμητή;
Από άνδρες και γυναίκες, νέους και μεγαλύτερους, αστούς και ανθρώπους της περιφέρειας, από εκείνους που τη γνωρίζουν δεκαετίες και από εκείνους που τη συναντούν για πρώτη φορά. Επιθυμητή με την πολιτική έννοια της λέξης, ικανή να προκαλεί ταύτιση, να γεννά προσδοκία, να κινητοποιεί φαντασία, να δημιουργεί την αίσθηση ότι κάτι μπορεί ακόμη να συμβεί μέσα από αυτήν. Η πολιτική επιλογή συγκροτείται από διαφορετικές ανάγκες, προσδοκίες, ταυτίσεις και συνθήκες. Η επιθυμία προσθέτει σε αυτές τη δυσκολότερα μετρήσιμη δυνατότητα να φαντάζεται κανείς τον εαυτό του μέσα σε αυτό που του υπόσχεσαι.
Εδώ ίσως βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα δοκιμασία της ηλικίας της.
Στα 52 έχει υπάρξει ήδη η κόρη του πατέρα της, η σύντροφος εκείνων που πέρασαν από τη ζωή της, το πρόσωπο που αγάπησαν κάποιοι και απέρριψαν άλλοι. Έχει τις κατακτήσεις της, τις απογοητεύσεις της, τα λάθη της και μια εικόνα που έχτισε με επιμέλεια για τον εαυτό της. Όλα αυτά την ακολουθούν. Κανένα δεν αρκεί μόνο του για να της πει ποια είναι σήμερα.
Κάποτε έρχεται η στιγμή να αναμετρηθεί με το ερώτημα που ο καθρέφτης αποφεύγει να απαντήσει.
Ποια είσαι τώρα;
Και αμέσως μετά με ένα δυσκολότερο.
Ποια θέλεις ακόμη να γίνεις;
*Αντώνης-Μάριος ΠαΠαγιώτης, e-κοδόμος.
Δόκιμος Ψυχολόγος / Υπό διαμόρφωση Ψυχοθεραπευτής – σε μακρά θεραπεία με την ακαδημαϊκή κοινότητα
Ο ίδιος, κινείται μεταξύ ετερόκλητων ακαδημαϊκών και επαγγελματικών πεδίων, με σταθερό προσανατολισμό στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία. Η εμπειρία του στον ανθρωπιστικό τομέα αποδεικνύεται μετασχηματιστική, ενώ η ενεργή του παρουσία στον χώρο της επικοινωνίας, του πολιτικού και ψηφιακού μάρκετινγκ συνεχίζει να τροφοδοτεί τις συνθετικές του αναζητήσεις. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζουν στις ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές επιπτώσεις των τεχνολογικά διαμεσολαβημένων αλληλεπιδράσεων.































