Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) προειδοποιεί ότι οι ανισότητες στα συστήματα υγείας εξακολουθούν να επιβαρύνουν δυσανάλογα τις χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Παρότι έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία, ο οργανισμός επισημαίνει ότι εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να στερούνται την πρόσβαση σε στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας.
Σύμφωνα με την έκθεση, περίπου 20,6 εκατομμύρια άνθρωποι διαγνώστηκαν με καρκίνο το 2024, ενώ ο αριθμός αυτός εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 35 εκατομμύρια ετησίως μέχρι το 2050. Η μεγαλύτερη επιβάρυνση προβλέπεται να καταγραφεί στις χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα, όπου η πρόσβαση σε προγράμματα πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας παραμένει περιορισμένη. Όπως τόνισε ο επικεφαλής του προγράμματος ελέγχου του καρκίνου στον ΠΟΥ, André Ilbawi, μεγάλος αριθμός ανθρώπων εξακολουθεί να είναι αποκλεισμένος από τα οφέλη που προσφέρει η πρόοδος της ιατρικής.
Καρκίνος: Ποιοι παράγοντες αυξάνουν τα περιστατικά
Η αύξηση των περιστατικών αποδίδεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Ορισμένες μορφές καρκίνου εμφανίζονται πλέον συχνότερα σε διαφορετικές ηλικιακές ομάδες, ενώ η βελτίωση των διαγνωστικών μεθόδων οδηγεί στον εντοπισμό περισσότερων περιστατικών. Παράλληλα, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι φτάνουν σε ηλικίες όπου ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου είναι υψηλότερος. Ο ΠΟΥ υπενθυμίζει ότι ένας στους πέντε ανθρώπους θα εμφανίσει κάποια μορφή καρκίνου κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα νέα περιστατικά παραμένουν γενικά σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ η θνησιμότητα από καρκίνο έχει μειωθεί. Σύμφωνα με τον ογκολόγο Emil Lou, οι εξελίξεις στις θεραπείες, όπως η ανοσοθεραπεία, έχουν αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες επιβίωσης ασθενών με ορισμένες προχωρημένες μορφές καρκίνου, όπως ο καρκίνος του πνεύμονα. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο, η συνεχιζόμενη αύξηση των περιστατικών σε παγκόσμιο επίπεδο δείχνει πως απαιτείται ακόμη μεγάλη προσπάθεια.
Η έκθεση αναδεικνύει επίσης τις έντονες ανισότητες στην αποτελεσματικότητα των θεραπειών μεταξύ πλούσιων και φτωχότερων χωρών. Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας, για παράδειγμα, έχει περιοριστεί σχεδόν σε επίπεδο εξάλειψης σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, ενώ σε αρκετές χώρες της υποσαχάριας Αφρικής εξακολουθεί να αποτελεί τη συχνότερη μορφή καρκίνου.
Αντίστοιχα, το ποσοστό πενταετούς επιβίωσης για τον καρκίνο του μαστού υπερβαίνει το 85% στις χώρες υψηλού εισοδήματος, αλλά υποχωρεί κάτω από το 30% στις χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει ακόμη ότι, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης, πολλές χώρες δεν επενδύουν επαρκώς στην πρόληψη και τη θεραπεία του καρκίνου. Παρ’ όλα αυτά, καταγράφεται πρόοδος στη μείωση του καπνίσματος, το οποίο έχει περιοριστεί κατά 27% από το 2010, καθώς και στην ένταξη του εμβολίου κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων στα εθνικά προγράμματα εμβολιασμού. Αντίθετα, η συνεχής αύξηση της παχυσαρκίας προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς συνδέεται με περισσότερες από δώδεκα μορφές καρκίνου.
Οι συντάκτες της έκθεσης καταλήγουν ότι, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, περίπου τέσσερις στις δέκα νέες περιπτώσεις καρκίνου σχετίζονται με γνωστούς και αντιμετωπίσιμους παράγοντες κινδύνου, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της πρόληψης.





























