Η Ελλάδα κατέγραψε το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με άνοδο +10,1%, σύμφωνα με ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat. Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο ΕΕ-27 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%, ενώ η πίεση στη «προσιτότητα» της στέγασης αποτυπώνεται έντονα στην Αθήνα, όπου το μέσο ενοίκιο αντιστοιχεί σε πολύ μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος.
Η στεγαστική πίεση στην Ευρώπη συνεχίζει να εντείνεται, καθώς τόσο οι τιμές αγοράς κατοικιών όσο και τα ενοίκια διατηρούν ανοδική πορεία. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat (δημοσίευση 7 Απριλίου 2026), στην ΕΕ-27 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2% το 4ο τρίμηνο του 2025 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024.
Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η Ελλάδα ξεχώρισε το 2025 ως μία από τις χώρες με τις πιο έντονες αυξήσεις στα μισθώματα: κατατάσσεται δεύτερη στην ΕΕ ως προς την ετήσια άνοδο ενοικίων, με +10,1%, πίσω μόνο από την Κροατία (+17,6%). Στην επόμενη «ζώνη» υψηλών αυξήσεων ακολουθούν, μεταξύ άλλων, η Ουγγαρία (+9,8%), η Βουλγαρία (+9,6%) και η Ρουμανία (+8,2%).
Η εικόνα αυτή εντάσσεται σε μια πιο μακροχρόνια τάση: στην ΕΕ οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν σημαντικά ταχύτερα από τα ενοίκια την τελευταία εικοσαετία, με τον δείκτη τιμών κατοικιών να έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 2005 έως το 2025, ενώ τα ενοίκια κινήθηκαν πιο ομαλά αλλά σταθερά ανοδικά.
Για την Ελλάδα, η πορεία των ενοικίων χαρακτηρίζεται από έντονες μεταβολές: ισχυρή άνοδος την περίοδο 2000–2011, σημαντική πτώση στα χρόνια της κρίσης (2011–2018), στασιμότητα 2018–2021 και νέα άνοδος από το 2022, με τα ενοίκια να ξεπερνούν το 2025 τα επίπεδα του 2010, σύμφωνα με τους δείκτες που παρουσιάζονται στην ανάλυση.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο ζήτημα της «προσιτότητας», δηλαδή στο πόσο μεγάλο μέρος του εισοδήματος απορροφά η στέγαση. Με βάση τα στοιχεία που συγκρίνουν ενοίκια και μισθούς, στην Αθήνα η αναλογία ενοικίου προς μηνιαίο εισόδημα εμφανίζεται εξαιρετικά υψηλή: για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου υπολογίζεται στο 70,2% και για δύο υπνοδωμάτια στο 93,6% (για το 2024), ποσοστά σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο των πρωτευουσών της ΕΕ.
Στο σκέλος των τιμών αγοράς, η ανάλυση σημειώνει ότι η Eurostat δεν διαθέτει δεδομένα τιμών κατοικιών για την Ελλάδα και χρησιμοποιεί στοιχεία που βασίζονται σε εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Εκεί, καταγράφεται ένας πλήρης κύκλος ανόδου-πτώσης-ανάκαμψης: ισχυρή άνοδος πριν από την κρίση, βαθιά πτώση έως το 2017 και στη συνέχεια ταχεία ανάκαμψη, με την Αθήνα να εμφανίζει μεγάλη αύξηση από το 2018 έως το 2025, υπερβαίνοντας τα προ κρίσης επίπεδα.
Ως πιθανοί παράγοντες που συνδέονται με την πρόσφατη ισχυρή άνοδο των ενοικίων στην Ελλάδα, η ανάλυση αναφέρει, μεταξύ άλλων, την αυξημένη ζήτηση που σχετίζεται με τον τουρισμό και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, την περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών μετά από χρόνια χαμηλής οικοδομικής δραστηριότητας, την ύπαρξη κλειστών διαμερισμάτων, καθώς και την επίδραση ξένων επενδύσεων στην αγορά ακινήτων.
Παρότι μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης εστιάζει στα μεγάλα αστικά κέντρα, τα συμπεράσματα για την πίεση στη στέγαση και την αδυναμία της προσφοράς να ακολουθήσει τη ζήτηση αφορούν συνολικά την αγορά κατοικίας. Για περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία, όπου το διαθέσιμο εισόδημα και οι μετακινήσεις πληθυσμού επηρεάζουν άμεσα την τοπική αγορά, η ευρωπαϊκή και εθνική τάση λειτουργεί ως «βαρόμετρο» για το πόσο εύκολα μπορεί να μεταφερθεί η πίεση και εκτός των μητροπολιτικών κέντρων, ιδιαίτερα όπου η προσφορά κατοικιών είναι περιορισμένη ή το απόθεμα γηρασμένο.
Στο κλείσιμο, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί συνδυασμό πολιτικών, με έμφαση στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, την αξιοποίηση κενών κατοικιών, την αναβάθμιση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος και στοχευμένη στήριξη για ευάλωτα νοικοκυριά.































