Τις έντονες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Δυτική Μακεδονία, αλλά και τα μεγάλα περιθώρια πολιτικής και αναπτυξιακής παρέμβασης, αποτυπώνει η νέα έκθεση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών για τις κοινωνικές και οικονομικές τάσεις στις ελληνικές περιφέρειες.
Το τρίτο τεύχος της περιοδικής έκθεσης του ΙΟΒΕ παρουσιάστηκε στην Πάτρα και εκπονήθηκε με την υποστήριξη του Επιμελητηρίου Αχαΐας και του Πανεπιστημίου Πατρών. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου του Ιδρύματος, στόχος της έκθεσης είναι η συστηματική καταγραφή των τάσεων στις Περιφέρειες, ώστε να αναδειχθούν προτεραιότητες πολιτικής, τοπικά πλεονεκτήματα και τρόποι περιορισμού των περιφερειακών ανισοτήτων.
Για τη Δυτική Μακεδονία, η εικόνα είναι σύνθετη. Η Περιφέρεια, με πρωτεύουσα την Κοζάνη, είχε το 2025 πληθυσμό 243.575 κατοίκους, δηλαδή το 2,3% του πληθυσμού της χώρας. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της το 2024 διαμορφώθηκε στα 16.521 ευρώ, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της χώρας που ανέρχεται σε 22.816 ευρώ, ενώ η ανεργία έφτασε το 12,5%, έναντι 10,1% σε εθνικό επίπεδο. Η διάμεση ηλικία του πληθυσμού ανέρχεται στα 50,5 έτη, όταν ο μέσος όρος της χώρας είναι 47,2 έτη.
Το δημογραφικό αποτελεί ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα. Η Δυτική Μακεδονία καταγράφεται ως μία από τις Περιφέρειες με την εντονότερη προβλεπόμενη πληθυσμιακή συρρίκνωση. Ο πληθυσμός της εκτιμάται ότι θα μειωθεί από περίπου 244 χιλιάδες κατοίκους το 2025 σε 207 χιλιάδες το 2050 και σε 155 χιλιάδες το 2100, δηλαδή κατά 38%. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη γήρανση, τη χαμηλή ανανέωση του πληθυσμού και τις οικονομικές ανακατατάξεις που προκαλεί η μετάβαση της περιοχής στο νέο ενεργειακό μοντέλο.
Η παρουσίαση των βασικών ευρημάτων του ΙΟΒΕ δείχνει ότι η γήρανση δεν αφορά μόνο τη Δυτική Μακεδονία, αλλά αποτελεί μακροχρόνια πρόκληση για σχεδόν όλες τις ελληνικές Περιφέρειες. Ωστόσο, η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται ανάμεσα στις περιοχές όπου ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων αναμένεται να ξεπεράσει το 80% έως το 2100, εφόσον δεν υπάρξουν μακροχρόνια στοχευμένες πολιτικές. Αυτό σημαίνει ότι όλο και μικρότερος πληθυσμός παραγωγικής ηλικίας θα καλείται να στηρίξει αυξανόμενο αριθμό ηλικιωμένων.

Στην οικονομία, η Περιφέρεια βρίσκεται αντιμέτωπη με αντιφατικά στοιχεία. Από τη μία πλευρά καταγράφει πολύ υψηλή επενδυτική ένταση, από την άλλη όμως εμφανίζεται ως η μοναδική Περιφέρεια με αρνητική μεταβολή της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας την περίοδο 2020–2024. Σύμφωνα με την έκθεση, αυτό συνδέεται με τη διαρθρωτική προσαρμογή της παραγωγικής βάσης, ενώ η συμβολή των επενδύσεων στη μεγέθυνση το 2023 ήταν αρνητική, δείχνοντας ότι το επενδυτικό μείγμα δεν μεταφράζεται ακόμη άμεσα σε αύξηση προϊόντος.
Η ευρύτερη εικόνα της χώρας δείχνει ότι η οικονομική δραστηριότητα παραμένει έντονα συγκεντρωμένη στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία. Η παρουσίαση του ΙΟΒΕ σημειώνει ότι οι περισσότερες Περιφέρειες ξεπέρασαν το 2024 τον ευρωπαϊκό μέσο ρυθμό ανάπτυξης, χωρίς όμως να υπάρχουν σαφή σημάδια σύγκλισης, καθώς όλες παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Στο ίδιο γράφημα, η Δυτική Μακεδονία εμφανίζεται με αρνητικό ρυθμό μεταβολής ΑΕΠ, διαφοροποιούμενη αρνητικά από την πλειονότητα των Περιφερειών.

Στην επιχειρηματικότητα, η Δυτική Μακεδονία χαρακτηρίζεται από σχετικά μικρό μέγεθος και χαμηλή καινοτομική επίδοση. Η έκθεση αναφέρει ότι η επίδοσή της στον δείκτη RIS είναι η δεύτερη χαμηλότερη, ενώ η απόκλιση στην παραγωγική δραστηριότητα αναδεικνύει την ανάγκη οι επενδύσεις να συνδεθούν πιο αποτελεσματικά με νέες παραγωγικές δραστηριότητες και δεξιότητες.
Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Περιφέρεια κινείται χαμηλότερα από τον μέσο όρο των Περιφερειών σε δείκτες που αφορούν την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, τις καταθέσεις και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων. Ενδεικτικά, το 2025 εμφανίζει τον τρίτο χαμηλότερο ετήσιο ρυθμό μεταβολής καταθέσεων και τον τέταρτο χαμηλότερο λόγο επιχειρηματικών δανείων προς ΑΕΠ και αριθμό δανείων ανά κάτοικο. Ωστόσο, στο θετικό σκέλος, η Δυτική Μακεδονία βελτίωσε τη σχετική της κατάταξη και στους οκτώ επιλεγμένους χρηματοπιστωτικούς δείκτες την περίοδο 2022–2025.
Στην αγορά εργασίας, η ανεργία παραμένει υψηλή, παρά τη βελτίωση. Η παρουσίαση του ΙΟΒΕ καταγράφει ότι η Δυτική Μακεδονία συγκαταλέγεται στις Περιφέρειες με την ισχυρότερη πτώση της ανεργίας το 2024. Παρ’ όλα αυτά, η Περιφέρεια εξακολουθεί να εμφανίζει ποσοστό ανεργίας 12,5%, πάνω από τον εθνικό μέσο όρο του 10,1%.

Η δομή της απασχόλησης δείχνει επίσης τις ιδιαιτερότητες της περιοχής. Στη Δυτική Μακεδονία, ο δευτερογενής τομέας απασχολεί περίπου έναν στους τέσσερις εργαζόμενους, ποσοστό ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με πολλές άλλες Περιφέρειες. Παράλληλα, το ποσοστό συμμετοχής στην εργασία παραμένει χαμηλό, ενώ το μερίδιο των αυτοαπασχολουμένων είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της χώρας.
Στα κοινωνικά στοιχεία, η Δυτική Μακεδονία εμφανίζει χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών από τον εθνικό μέσο όρο και υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η παρουσίαση του ΙΟΒΕ δείχνει επίσης ότι το ελληνικό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας μειώνει μόνο μερικώς τον κίνδυνο φτώχειας, ενώ η απόκλιση μεταξύ των Περιφερειών παραμένει σημαντική.

Στον τομέα της υγείας, η Περιφέρεια παρουσιάζει αντιφατική εικόνα. Από τη μία πλευρά, καταγράφει χαμηλότερες από τον εθνικό μέσο όρο αυτοαναφερόμενες μη εξυπηρετούμενες ανάγκες για ιατρική φροντίδα και χαμηλότερη εισοδηματική ανισότητα. Από την άλλη, διαθέτει λιγότερες νοσοκομειακές κλίνες από τον εθνικό μέσο όρο και τη χαμηλότερη συγκέντρωση ιατρών ανά πληθυσμό μεταξύ των Περιφερειών της χώρας, σύμφωνα με την επιτελική σύνοψη της έκθεσης.
Στον πολιτισμό, η έκθεση καταγράφει χαμηλές επιδόσεις της Δυτικής Μακεδονίας σε συγκεκριμένους μετρήσιμους δείκτες. Οι εγγεγραμμένοι πολιτιστικοί φορείς μειώνονται από 50 το 2023 σε 20 το 2025, ενώ η Περιφέρεια εμφανίζει το 2024 τον χαμηλότερο αριθμό επισκεπτών σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους στη χώρα. Στον τουρισμό, παραμένει ο λιγότερο δημοφιλής προορισμός για αλλοδαπούς και ημεδαπούς επισκέπτες, αν και η τουριστική κίνηση δεν συγκεντρώνεται έντονα μόνο στο καλοκαίρι, στοιχείο που δείχνει πιο ομοιόμορφη κατανομή μέσα στο έτος.
Η παρουσίαση του ΙΟΒΕ δείχνει ότι η τουριστική περίοδος επιμηκύνεται σταδιακά στις περισσότερες Περιφέρειες, κυρίως στην ηπειρωτική χώρα, παρότι οι αφίξεις εξακολουθούν να συγκεντρώνονται περισσότερο το καλοκαίρι. Για τη Δυτική Μακεδονία, η περιορισμένη εξάρτηση από την καλοκαιρινή περίοδο μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για διαφορετικό τουριστικό προϊόν, συνδεδεμένο με το φυσικό περιβάλλον, την ορεινότητα, τις λίμνες και τις εναλλακτικές μορφές επίσκεψης.

Στο περιβάλλον, η Δυτική Μακεδονία εξακολουθεί να καταγράφει παραδοσιακά χαμηλές θερμοκρασίες, όμως η μέση θερμοκρασία των τελευταίων ετών έχει αυξηθεί περισσότερο από κάθε άλλη Περιφέρεια, κατά 1,44 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τον μακροχρόνιο μέσο όρο. Οι ημέρες καύσωνα βρίσκονται σε μεσαία επίπεδα σε σχέση με την υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα, αλλά είναι περίπου τριπλάσιες σε σχέση με τον ιστορικό μέσο όρο.
Στις χρήσεις γης, η Δυτική Μακεδονία διατηρεί ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Καταγράφει την πρώτη θέση στη δασοκομία, με ποσοστό 35,8%, το υψηλότερο ποσοστό στη χρήση γης για αλιεία και υδατοκαλλιέργεια, καθώς και την πρωτοκαθεδρία στη χρήση γης για λατομεία και εξόρυξη. Τα στοιχεία αυτά συνδέονται άμεσα με τη φυσιογνωμία της περιοχής, αλλά και με τις πιέσεις και δυνατότητες που δημιουργεί η παραγωγική της μετάβαση.
Συνολικά, η έκθεση του ΙΟΒΕ περιγράφει μια Περιφέρεια που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Η Δυτική Μακεδονία έχει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τη δημογραφική συρρίκνωση, τη γήρανση, την ανάγκη αναδιάρθρωσης της οικονομίας μετά τη λιγνιτική περίοδο, τη χαμηλή καινοτομική βάση, την υψηλή ανεργία και τις ελλείψεις σε κρίσιμες υπηρεσίες. Την ίδια ώρα, διαθέτει ισχυρά πεδία για στοχευμένη παρέμβαση: επενδύσεις, δευτερογενή παραγωγή, φυσικούς πόρους, περιβαλλοντικό απόθεμα και δυνατότητες ανάπτυξης νέων δραστηριοτήτων που μπορούν να στηρίξουν ένα πιο βιώσιμο μοντέλο για την επόμενη περίοδο.
Γ.Κ.





























