Γράφει ο Δημήτρης
Χρ. Βλαχοπάνος
Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκονται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Γιώργος Σεφέρης
Την πατήσαμε σαν τα μικρά παιδιά. Θυμάμαι τότε, όταν ήθελε κανένας μεγάλος – η μάνα μας, φερ’ ειπείν, ο πατέρας μας, ο αδερφός μας, ο ξάδερφος, τέτοιοι – να μας δείρει και να μας τιμωρήσει για κάτι, μας έπαιρνε με το καλό και μας ζητούσε να πάμε κοντά του για να μας δώσει καραμέλες τάχα ή κανένα φραγκάκι ή το ποδήλατο για να παίξουμε… Πολλοί καταλάβαιναν τα σκουριασμένα και δεν τσίμπαγαν. Άλλοι όμως, οι πιο ευκολόπιστοι, την πατούσαν αγρίως. Πλησίαζαν για την καραμέλα και τρώγανε της χρονιάς τους. Τους γράπωναν οι άλλοι και πού σε πονεί και πού σε σφάζει μετά! Και κουρασμένοι στο τέλος οι δάρτες ξεφύσαγαν δικαιωμένοι και σφύριζαν ικανοποιημένοι με τα δόντια σφιγμένα: να σου δείξω εγώ!
Κάπως έτσι την πατήσαμε και οι Έλληνες: μας μαύλισε ο Παπανδρέου λέγοντας και ξαναλέγοντας πως «χρήματα υπάρχουν» και, φουσκώνοντας το μυαλό μας με ψέματα και μαλαγανιές, μας άρπαξε απ’ το σβέρκο και μας χτυπά τώρα, μαζί με τους φίλους του, ανηλεώς από κάτω. Καθώς μας άλλαζαν τον αδόξαστο τότε, όταν κλέβαμε κανένα μήλο να φάμε ή κανένα πενηνταράκι για να γλυκάνουμε λίγο τα χείλη μας, έτσι και τώρα μας κοπανούν κάθε λίγο, φωνάζοντας πως εμείς φταίμε που έχει η πατρίδα μας χρέη. Κι ας τα κάναν τα χρέη εκείνοι. Κι ας τα φάγαν – και τα τρώνε ακόμα – μαζί με τους φίλους τους.
Αλλά το ευτελές και το αβάσταχτο σε τούτο το δράμα είναι πως η κυβέρνηση, με τους συμβούλους της και τα στελέχη της, συμπεριφέρεται απέναντι στους Έλληνες σα να απευθύνεται σε μια κοινωνία κάφρων. Έχει πλάσει την εικόνα ενός λαού ανώριμου, που έχει μάθει να τρώει και να πίνει αμέριμνος και ασυλλόγιστος, σαν να μην έχει φυτρώσει ποτέ στα μέρη του ούτε ένας θάμνος της επιστήμης και του πολιτισμού. Και μπορεί κάποια στιγμή να μας το πει με ειλικρίνεια: χωρίς εκείνο το γλυκό ψεματάκι δεν υπήρχε περίπτωση ούτε στην εξουσία με την ψήφο σας να βρεθώ ούτε αυτά τα μέτρα που πήρα να πάρω. Αυτά τα φοβερά πράγματα που μοιάζουν με ψέματα, μόνο με ψέματα γίνονται! Έτσι μπορεί να μας πει!
Ποιος από αυτούς θα συλλογιστεί τότε τι έχει απομείνει από εκείνο που κάποτε λέγαμε Ελλάδα; Ποιος θα λογοδοτήσει για τούτο το έγκλημα που μας έστειλε στο γκρεμό και μας αλυσόδεσε με αλλεπάλληλες συμφωνίες, έτσι που να μην ξαναβγούμε ποτέ απ’ αυτόν; Γιατί, αν δεν το ’χουμε καταλάβει ακόμα, θα πρέπει να το καταλάβουμε σύντομα: πάνε να μας αλλάξουν ταυτότητα! Δεν είναι που ο καπιταλισμός θα μας έχει ξεζουμίσει σε λίγο, είναι που καλούμαστε βιαίως να ξεχάσουμε αύριο αυτό που είμαστε σήμερα. Και να πάψουμε να μιλάμε για δημοκρατικά δικαιώματα, για διεκδικήσεις και πολιτισμό και αξιοπρέπεια. Και να πάψουμε, περισσότερο, να μιλάμε για Ελλάδα και ό,τι αυτή σημαίνει για μας και την ανθρωπότητα.
Γιατί μαζί με τα χρήματα που αρπάζουν απ’ τα μπαούλα μας οι διαχειριστές αυτής της βαρβαρότητας, έχουν βάλει στόχο ν’ αρπάξουνε απ’ αυτά και τις παλιές μας αξίες, που αντιστέκονται ανυποχώρητες μέσα σε τούτη τη φθορά και τη σήψη. Ν’ αρπάξουν και να κάνουν κουρέλι ακόμη και το βασανισμένο, το ξεπλυμένο και ξεχειλωμένο απ’ τις τόσες προσβολές και ταπεινώσεις τρίπτυχο «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», που με τόσο πείσμα και τόση μεταφυσική ανασύρουν κάθε φορά οι ίδιοι αυτοί υποστηριχτές του συστήματος της εξάρτησης και της υποτέλειας. Ποια πατρίδα πια, ποια θρησκεία και ποια οικογένεια μέσα σ’ αυτόν τον αβυσσαλέο καπιταλιστικό ορυμαγδό και τον πυρηνικό αντιδραστήρα της εκρηκτικής υπερθέρμανσης και της ανεπίστροφης διάλυσης;
Ποιος να υπερασπιστεί μια πατρίδα που του την κάνανε οικόπεδο και αποικία, ποιος να πιστέψει σε μια θρησκεία που τον ποτίζει ναρκωτικά και λιβάνια και ποιος ν’ αποφασίσει να φτιάξει οικογένεια που θα του γυρεύει αμείλιχτα λαγούς με πετραχήλια;



























