
Την κατάργηση της ΕΡΤ 3 του εν δυνάμει δημόσιου βήματος του εθνικού συμφέροντος στη Θεσσαλονίκη κατήγγειλε στην εισήγησή του ο Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Νικόλαος Μέτρτζος, στη συνάντηση των εκπροσώπων της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο Εκδήλωσης Ενημέρωσης για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση στη Βόρεια Ελλάδα την Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014.
Παρατίθεται αυτούσια η εισήγηση του κ. Μέρτζου:
Κατ’ αρχήν τρεις αναγκαίες διευκρινίσεις:
1ον Είμαι δημοσιογράφος επί 60 χρόνια. Εδώ, όμως, εκπροσωπώ την Εταιρεία
Μακεδονικών Σπουδών η οποία επί 75 αδιάλειπτα χρόνια υπερασπίζεται τη Μακεδονία, παρακολουθεί όσα κρισιμότατα διεθνή και εσωτερικά ζητήματα αφορούν τη Μακεδονία καθώς επίσης όσες εξελίξεις και επιδιώξεις τρέχουν στα Βαλκάνια.
2ον Όταν λέμε Αθήνα δεν εννοούμε τους κατοίκους της. Εννοούμε το κέντρο όλων των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνει το πολιτικό σύστημα με αποκλειστικό συνήθως γνώμονα τα δικά του ιδιώνυμα συμφέροντα, τα τεράστια δίκτυα των πελατών του και το ισχυρότατο σύμπλεγμα οικονομικών αρωγών του και Νονών. Αυτό το σύστημα προϋποθέτει και ανέκαθεν επιβάλλει τον συγκεντρωτισμό. Τούτο, φυσικά, πράττει και στη Δημόσια Τηλεόραση.
3ον Η νομιμότητα και το δημόσιο αγαθό είναι απόλυτες αξίες. Δεν μπορεί κανένας να
τις χρησιμοποιεί αλά καρτ όπου μόνον τον συμφέρουν. Ή ισχύουν έναντι παντός ή δεν ισχύουν για κανένα. Οφείλουν να τις σέβονται και να τις υπερασπίζονται όλοι.
Ακούσθηκαν εδώ πολλά για το δικαίωμα ενημέρωσης των πολιτών. Ενημέρωση, όμως, προσφέρουν ήδη δεκάδες ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί και η Δημόσια Τηλεόραση της Αθήνας. Το κομβικό ερώτημα είναι τι είδους ενημέρωση, σε ποια ποιότητα, προς ποια κατεύθυνση και για ποιον σκοπό προσφέρεται. Γι’ αυτό, λοιπόν, ζητούμε μιαν
Αυτόνομη Δημόσια Τηλεόραση στη Θεσσαλονίκη δεσμευμένη και ικανή να πραγματώνει την ολική επαναφορά της ενημέρωσης σε επίπεδα άλλης τάξεως, σε χώρους αφανούς ελληνικής ισχύος και στην αποκλειστική υπηρεσία του εθνικού συμφέροντος. Αλλιώτικα, περιττεύει. Δεν θέλουμε «μία από τα ίδια».
Σ’ αυτό το συγκεκριμένο αίτημά μας ακούω τον απαράβατο περιφρονητικό αντίλογο
αυτής της Αθήνας που ακούω εξήντα χρόνια συνεχώς: Επαρχιωτισμός, μιζέρια, εσωστρέφεια, φοβίες, μεγαλομανίες, επικίνδυνος τοπικισμός, αντι-αθηναϊσμός κ.α.π.
Επί μακρές δεκαετίες, παράλληλα, το αθηνοκεντρικό σύστημα μας προσφέρει ως
αντίδοτο τη μεγαλόστομη ρητορική του: Μακεδονία, Μέγας Αλέξανδρος, Μητροπολιτικό Κέντρο των Βαλκανίων, μπλα-μπλα-μπλα με την οκά και χλευαστικά Συμπρωτεύουσα, Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, ερωτική πόλη κ.λ.π. Στην πράξη, όμως, υπονομεύει όλα όσα ρητορεύει.
Εξ όνυχος τον λέοντα, λοιπόν. Έστω το γατί. Επί 22 συνεχή χρόνια ο Δήμος Αθηνών
κρατάει πεταμένον σε αποθήκη του τον έφιππο ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αρνείται να τοποθετήσει στην πρωτεύουσα της Ελλάδος τον μέγιστο Στρατηλάτη όλων των αιώνων και δημιουργό της Ελληνικής Οικουμένης! Γιατί τάχα; Επειδή είναι Μακεδών;
Μήπως επειδή είναι ο εξ αίματος κατ’ ευθείαν πρόγονος του Γκρούεφσκι; Ή γιατί τον
λατρεύουν όλοι οι Λαοί της Ανατολής; Δεν ντρέπεται η Αθήνα, όμως. Απλώς κατ’ επάγγελμα παρεκτρέπεται. Είναι, ντεμέκ, Ευρώπη!… Μας εκσυγχρονίζει.
Στο πλαίσιο αυτού του εκσυγχρονισμού, λοιπόν, καταργεί την αυτόνομη Δημόσια
Τηλεόραση της Μακεδονίας. Βλάπτει ασφαλώς πολλούς και ορατούς. Το κρίσιμο, ωστόσο, πλήγμα επιφέρει στην Πολιτική –με κεφαλαίο Πι και όχι με μικρό, όπως το παπί. Δεν ενδιαφέρει, συνεπώς, αν το αίτημά μας είναι δίκαιο ή άδικο ή επαρχιώτικο ή συναισθηματικό.
Ενδιαφέρει πάνω από όλα η Ελλάδα και ο Ελληνικός Λαός.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος απελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη μαζί με τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, δίδασκε ότι στην Πολιτική δεν ισχύουν τα αισθήματα, το δίκαιο και το άδικο.
Ισχύουν μόνον τα εθνικά συμφέροντα. Καθήκον και λόγος ύπαρξης της Πολιτικής είναι να 2 υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα αποκλειστικά. Και εμείς οι μαχόμενοι Μακεδόνες πιστεύουμε ακράδαντα, μετά λόγου γνώσεως, ότι μια Αυτόνομη Δημόσια Τηλεόραση με έδρα τη Θεσσαλονίκη θα μπορούσε άνετα –και υποχρεούται επιτακτικά– να υπηρετήσει αποτελεσματικά τα εθνικά συμφέροντα αποκλειστικά. Αρκεί, βέβαια, να οργανωθεί και να λειτουργεί στον άξονα αυτόν. Με άπλετη διαφάνεια, άτεγκτη αξιοκρατία και επαρκή
υποδομή υπό ένα Διοικητικό Συμβούλιο στο οποίο αυτοδικαίως θα μετέχουν οι
επιφανέστεροι αιρετοί εκπρόσωποι της Θεσσαλονίκης αυτοπροσώπως και όχι δι’
αντιπροσώπου. Δεν είναι εύκολο, βέβαια. Αλλά είναι αναγκαίο. Οφείλει να διατηρεί μια γόνιμη επικοινωνία ανάμεσα στην κοινωνία και στην εν γένει επιχώρια ηγεσία πάσης μορφής, να σφυρηλατεί την εθνική ενότητα, να φωτίζει την οικονομία, να προβάλει την τεχνολογία, να υποδεικνύει την καινοτομία και να αναδεικνύει την παραγωγή. Να εγγυάται άγρυπνα και ζωντανά την αμφίδρομη επικοινωνία με την προαιώνια βαλκανική ενδοχώρα των Ελλήνων με συνεχή ροή εγκύρων πληροφοριών και επιτόπια έρευνα. Είναι εξωφρενικό να πληροφορείται ο Ελληνικός Λαός όσα συμβαίνουν στην άλλη άκρη της Γης αλλά να αγνοεί παντελώς όσες
κρίσιμες εξελίξεις τρέχουν καθημερινά στην άμεση γειτονιά του λίγες εκατοντάδες ή και δεκάδες χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη, πολύ λιγότερο από την ακριτική περιφέρεια.
Χρειάζεται, συνεπώς, στρατηγικό σχεδιασμό η ολική επαναφορά της ενημέρωσης. Να οδηγεί στον πολιτισμό και να ξεναγεί τον αλληλένδετο τουρισμό. Απέραντο ζωντανό Μουσείο είναι η Μακεδονία μας σε αλλεπάλληλα στρώματα σεβασμίων πολιτισμών τριών σχεδόν χιλιετιών.
Να εκπαιδεύει και να συνδέει. Να διαλύει τις φοβίες και τις συνομωσιολογίες. Δηλαδή, να αποτελέσει τον αντίποδα της αθηναϊκής τηλεόρασης –δημόσιας και ιδίως ιδιωτικής. Ανάλογη
επίσης αποστολή έχει υπό κλίμακα η Δημοτική Τηλεόραση και Ραδιοφωνία η οποία οφείλει να γίνει το βήμα, ο συνεκτικός δεσμός και η προθήκη της Μείζονος Θεσσαλονίκης. Ανοιχτό Μουσείο όλη η πόλη.
Για ποιον λόγο, όμως, μόνον στη Μακεδονία μια Αυτόνομη Δημόσια Τηλεόραση; Και γιατί τότε όχι σε κάθε Περιφέρεια της Ελλάδος; Την απάντηση δίδει η Ιστορία, η οικονομία και η γεωπολιτική. Μια ματιά στον χάρτη φανερώνει ότι επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια η Μακεδονία παραμένει η συντομότερη γέφυρα ανάμεσα στη Δύση και στην Ανατολή, στις θερμές θάλασσες και στον ηπειρωτικό Βορρά. Ελέγχει όλους τους προαιώνιους δρόμους προς/από Βορρά κατά ξηράν και θάλασσα με κέντρο τη Θεσσαλονίκη που, γι’ αυτό, υπήρξε η Συμβασιλεύουσα Πόλη τριών κραταιών πολυεθνικών Αυτοκρατοριών. Παραμένει η κεντρική πύλη των Βαλκανίων, η σημαντικότερη και η πιο σεβαστή πόλη στα Βαλκάνια.
Δικαιολογημένα, η Επίζηλη. Επί αιώνες υπήρξε ανοικτή σε όλα τα ρεύματα, τους
πολιτισμούς και τους Λαούς.
Οι καιροί μας είναι χαλεποί αλλά εντωμεταξύ επαυξάνουν τα στρατηγικά
πλεονεκτήματα της Ελλάδος χάρις στη Μακεδονία. Η Μεσοβαλκανική Ζώνη αποτελεί τον συντομότερο στρατιωτικό διάδρομο για την ασφάλεια των ενεργειακών πηγών της Υπερκαυκασίας και υποχρεωτικά μέσω αυτής πρέπει να διέλθουν προς Ευρώπη οι ενεργειακοί αγωγοί της Δύσης και της ανταγωνιστικής Ρωσίας. Γι’ αυτό έχει κατακερματισθεί σε θνησιγενή άμεσα ή έμμεσα δυτικά προτεκτοράτα. Μετά το δυτικό φιάσκο της δήθεν Αραβικής Άνοιξης στις παραδοσιακές ενεργειακές πηγές της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, έχει αποκορυφωθεί η σημασία των Βαλκανίων τα οποία, όμως, αποτελούν μετακινουμένη άμμο διότι όλα τα βαλκανικά Κράτη είναι τα φτωχότερα της Ευρώπης, διαθέτουν υποτυπώδη οργάνωση, εγκλείουν ισχυρές ξένες μειονότητες και εκτρέφουν εθνικές διεκδικήσεις εναντίον αλλήλων ανά ζεύγη. Αυτή την κρίσιμη γεωπολιτική Ζώνη υποβαστάζει, τροφοδοτεί και εξυπηρετεί μόνον η Ελληνική Μακεδονία με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη.
Το γεωπολιτικό πλεονέκτημα της Ελλάδος αλλά και τα στρατηγικά συμφέροντα που
επενδύει στη Μακεδονία η Δύση αποδεικνύει ότι τη Θράκη και τη Μακεδονία θα διασχίζει ο μοναδικός προς το παρόν αγωγός ΤΑΡ Trans-Adriatic Pipeline, o οποίος, σύμφωνα με τις 3διεθνείς συμφωνίες του Ιουνίου 2013, θα μεταφέρει στην Ευρώπη το φυσικό αέριο δυτικών κολοσσών από την Κασπία του Αζερμπαϊτζάν.
Κατά την κρίσιμη περίοδο 1991-1992 στα Βαλκάνια ήταν στρατηγική η υπεροχή της
Ελλάδος της οποίας το ΑΕΠ ήταν τότε υψηλότερο από το άθροισμα όλων των βαλκανικών ΑΕΠ. Υπονομεύθηκε, όμως, όταν η Αθήνα υπονόμευσε χυδαία την εθνική αποστολή και την αναγκαία υποδομή της Θεσσαλονίκης. Αυτό, πράγματι είναι κάτι περισσότερο από επαρχιωτισμός και μιζέρια! Τη μεγαλύτερη οικονομική ισχύ, αλκή και βιομηχανική παραγωγή διέθετε τότε όλη η Μακεδονία. Τα συγκριτικά στοιχεία του ICAP πιστοποιούν την ισχύ της βιομηχανίας στη Μακεδονία.
Το 1991:
1. Οι πωλήσεις σε αξία αυξήθηκαν στο σύνολο της χώρας κατά 13,5% αλλά στη
Μακεδονία κατά 17,7%.
2. Τα καθαρά κέρδη στη χώρα μειώθηκαν κατά 37,1%, αλλά αντιστρόφως στη
Μακεδονία αυξήθηκαν κατά 382%, διαφορά 75,3 μονάδες στις εκατό.
3. Το ποσοστό των κερδοφόρων επιχειρήσεων στη χώρα αυξήθηκε κατά μία
μονάδα στο 74,4% του κλάδου, ενώ στη Μακεδονία αυξήθηκε κατά πέντε
μονάδες στο 77,3%.
4. Τα καθαρά κέρδη της βιομηχανίας στο σύνολο της χώρας ανήλθαν σε 30
δισεκατομμύρια δρχ. αλλά στη Μακεδονία ανήλθαν σε 26 δισεκατομμύρια δρχ.
και αντιπροσώπευαν το 86% των καθαρών ελληνικών κερδών όλης της χώρας.
5. Παρ’ ότι ο συντριπτικός όγκος των βιομηχανιών και των εξαγωγικών
επιχειρήσεων έχει υπερσυγκεντρωθεί περί την Αθήνα και την άμεση περιφέρειά
της, άνω του 50% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών το 1991 διεξάγονταν
από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Επί πλέον στην Ελληνική Μακεδονία υπήρχαν –και μένουν– πλήρως αρδευόμενες
εκτάσεις με υψηλής αποδόσεως καλλιέργειες και πλήρη εκμηχάνιση. Παράγεται επίσης το 72% της συνολικής ελληνικής ενέργειας. Ο πληθυσμός της αυξήθηκε κατά 8,65%, στη δεκαετία 1981-1991, ενώ ο μέσος όρος της Ελλάδος ήταν 5,3%.
Επί πλέον οι περίφημοι Μακεδόνες πραματευτάδες, παρά την οθωμανική κυριαρχία,
κυριαρχούσαν επί αιώνες στα Βαλκάνια διότι τα ευεργετούσαν. Είχαν την ευφυΐα και την απλοχωριά να μοιράζονται με τους επιχωρίους όσα κέρδη οι ίδιοι δημιουργούσαν και έτσι η συνεργασία επενεργούσε ως πολλαπλασιαστής κερδών.
Όλα αυτά τα δεδομένα συναριθμούσαν την εθνική ισχύ της Ελλάδος στη Μακεδονία η οποία λογικά έπρεπε να αξιοποιηθεί καταλυτικά στην πλησιόχωρη βαλκανική ενδοχώρα.
Ωστόσο, αυτήν την αιχμή του Ελληνισμού έθραυσε εκ προθέσεως το αθηνοκεντρικό πολιτικό σύστημα για να ωφελήσει την Αθήνα. Θυμάμαι έναν Πρωθυπουργό μας, μάλιστα καθηγητή, και τον Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως να μιλούν δημόσια εδώ στη Θεσσαλονίκη και να βεβαιώνουν τους ενδεείς Βαλκανίους ομολόγους τους: «Θα σας κάνουμε βαθιά οικονομική διείσδυση». Αυτό σημαίνει επαρχιωτισμός, μυωπία, μιζέρια και φοβία.
Τα στατιστικά στοιχεία είναι αμείλικτα αλλά δεν υπάρχει αυτόνομη δημόσια
τηλεόραση των πολιτών για να τα θέσει. Γι’ αυτό συν τοις άλλοις η Αθήνα καταργεί τούτο το εν δυνάμει δημόσιο βήμα του εθνικού συμφέροντος στη Θεσσαλονίκη. Το σύστημα φοβάται την αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι:
Η Αθήνα απειλεί την Ελλάδα. Η τερατογένεση της πρωτεύουσας και η ταυτόχρονη
συνεχής απερήμωση της Ελληνικής Περιφέρειας έχει ανατρέψει ήδη προ πολλού την
οικονομική, κοινωνική, χωροταξική και πληθυσμιακή ισορροπία της Ελλάδος. Το
Λεκανοπέδιο Αττικής συγκεντρώνει 4 εκατομμύρια κατοίκους, καταβροχθίζει τους εθνικούς πόρους για τις γεωμετρικά αυξανόμενες ανάγκες του πελατειακού υπερ-πληθυσμού της και δεσμεύει τις αποφάσεις της πολιτικής και της γραφειοκρατίας. Πολλές πρωτεύουσες έχουν ασφαλώς πληθυσμό πολύ μεγαλύτερο της Αθήνας αλλά καμιά απολύτως πρωτεύουσα στη Δυτική Ευρώπη δεν συγκεντρώνει τέτοια θηριώδη αναλογία πληθυσμού σε σύγκριση με το 4σύνολο της χώρας της. Οι σημαντικότερες πρωτεύουσες συγκεντρώνουν, σε σχέση με το σύνολο των κατοίκων της χώρας τους, τα εξής ποσοστά:
1. Βερολίνο 4%, Ρώμη 5%, Άμστερνταμ 6%, Μαδρίτη 7%, Βρυξέλλες 10%, Ελσίνκι 10%, Λονδίνο 12%, Παρίσι 15%, Στοκχόλμη 16%, Λισαβόνα 20%, Λουξεμβούργο 21%, Κοπεγχάγη 23%, Βιέννη 24% και Δουβλίνο 28%.
Η Αθήνα συγκεντρώνει το 40% του συνολικού ελληνικού πληθυσμού αλλά το 60% του ελληνικού ΑΕΠ. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η κατά κεφαλήν αγοραστική δύναμη της Ελλάδος το 2007 ανερχόταν στο 92,8% του μέσου όρου της Ε.Ε. Ωστόσο, η Αττική είχε αγοραστική δύναμη 128,1%, κατά 35,3 μονάδες του ελληνικού μέσου όρου, διπλάσια από τις Περιφέρειες Δυτικής Ελλάδας (59,7%), Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης (62,1%), Βορείου Αιγαίου (66,6%), Θεσσαλίας (68,2%) και Ηπείρου (68,3%).
Την προηγούμενη δεκαετία ο πληθυσμός στον Νομό Ανατολικής Αττικής αυξήθηκε
κατά 37% και στον Νομό Δυτικής Αττικής κατά 20,7% ενώ παράλληλα μειώθηκε επικίνδυνα ο πληθυσμός στα σύνορα της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης. Οι Μακεδόνες Ακρίτες μειώθηκαν στο Νεστόριο -8,32%, στα Κορέστεια -6,7%, στις Κάτω Κλεινές -9,9%, στον Αχινό -15,2%, στο Πετρίτσι -10% και στον Προμαχώνα -6,7%.
Όσο περισσότερους εθνικούς πόρους, όμως, απομυζά η Αθήνα για να βελτιώσει
στοιχειωδώς τις λειτουργίες της και τις απαραίτητες υποδομές της, τόσο περισσότερο
εξαπλώνεται και τόσο μεγαλύτερο συνεχώς μερίδιο εθνικών πόρων απορροφά ξανά.
Ενδεικτικά: το 2005 η τότε Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών-Πειραιώς είχε
προϋπολογισμό 3.390.847,76 ευρώ και έλλειμμα 1.147.370 ευρώ. Το 2006 διπλασίασε τον προϋπολογισμό της στα 6.836.024,37 ευρώ και αύξησε κατά 50% το έλλειμμά της στα 1.761.480,30 ευρώ. Μεταξύ 2000-2003 η Περιφέρεια Αττικής απορρόφησε το 28,50% των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και μεταξύ 2004-2005 το 57,30%. Το 2005 το ΥΠΕΧΩΔΕ χρωστούσε στη ΔΕΗ 16 εκατομμύρια ευρώ για να λειτουργούν οι φωτεινοί σηματοδότες και ο άπλετος ηλεκτροφωτισμός στις οδικές αρτηρίες της Αττικής
2. Το 2013 οι Δήμοι του Λεκανοπεδίου χρωστούσαν στην ΕΥΔΑΠ πάνω από 220 εκ. ευρώ για κατανάλωση νερού. Φυσικά, η συμβολή αυτού του πληθυσμού στην εθνική παραγωγή είναι απλώς συμβολική. Πέρισυ σε γενικό σύνολο 4.407.288 συνταξιούχων όλης της Ελλάδος οι 1.629.037 ήσαν κάτοικοι Αττικής
3. Ωστόσο, κάθε απόπειρα να τεθεί το πρόβλημα σε δημόσιο διάλογο αντιμετωπίζεται
απαξιωτικά σαν «επαρχιωτισμός» και «αντι-αθηναϊσμός». Είναι, άλλωστε, φυσικό! Στην Αθήνα εδρεύει, σιτίζεται και θηρεύει τους πελάτες του το πολιτικό σύστημα και οι ισχυρότερες «συνιστώσες» του: τα Μ.Μ.Ε., οι μεγάλοι επιχειρηματίες, οι εργολήπτες δημοσίων έργων, οι οικοδομικές εταιρείες, οι τράπεζες, οι ηγεσίες των συντεχνιών, η υψηλή γραφειοκρατία, η κομματική Νομενκλατούρα, οι Νονοί. Για αυτόνομη τηλεόραση στη Μακεδονία θα σκοτίζονται εκεί χάμω τώρα;
Νικόλαος Ι. Μέρτζος*
*Πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών
Εισήγηση στη συνάντηση των εκπροσώπων της Θεσσαλονίκης στην Εκδήλωση Ενημέρωσης για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση στη Βόρεια Ελλάδα
Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014,
Δημαρχείο Θεσσαλονίκης
1.Νίκος Δόϊκος, εφημ. «Ελευθεροτυπία» 10/6/1996
2.Εφημ. «Η Καθημερινή» 27/2/2005
3.Υπουργείο Εργασίας, δίκτυο ΄Ηλιος,
εφημ. «Η Καθημερινή» 8/6/2013



























