Ένα φαινόμενο, το οποίο ήρθε να ταράξει τα ήσυχα νερά, μιας επαρχιακής, όμορφης, ήσυχης και δημιουργικής πόλεως, της Δυτικής Μακεδονίας.
Ένα μυστήριο, το οποίο το βλέπει κάποιος, όταν παρακολουθεί ταινίες κατασκοπευτικές και αγωνιώδεις, σε σινεμά Β κατηγορίας.
Ζούσε η πόλις με ένα συνηθισμένο ρυθμό και τρόπο που δεν σκανδάλιζε τον απλό άνθρωπο της διπλανής πόρτας ο οποίος γνώριζε το γείτονά του , τους συνανθρώπους του , τους οποίους έβλεπε και χαιρετούσε καθημερινά στο διπλανό δρόμο.
Όλα στην ιστορική αυτή πόλη κυλούσαν ομαλά, στατικά, στρογγυλοποιημένα, λες κι ο χρόνος δεν περνούσε από πάνω της.
Είχε συγκεντρωθεί στο ρυθμό της δημιουργικότητας, εκμεταλλευόμενη το χρόνο, αυτόν τον αδυσώπητο παράγοντα, τον οποίον ροκάνιζε ολοκληρωτικά ως κάτι δικό της, που της ανήκε και που έπρεπε να συνεισφέρει στην άνοδό της.
Γνώριζε καλά το αρχαίο ρητό του Ηρακλείτου «τα πάντα ρει», και το άλλο «φείδου χρόνου», το ελληνικό, αλλά και εκείνο των Άγγλων « ο χρόνος είναι χρήμα».
Γι’ αυτό και πρόκοβε σε όλους τους τομείς της ζωής:
Στην παιδεία, τις τέχνες, στην οικονομία, την κοινωνικότητα, στην άνοδο όλων των συνιστωσών που οδηγούσαν στην ανθρωπογεωγραφία της, στον εξανθρωπισμό της.
Και εκεί που όλα πήγαιναν και έτρεχαν ομαλά, νάσου και παρουσιάζεται ο κάποιος, ο ένας, ο μοναδικός ως τότε..ο κύριος με τη μαύρη τσάντα!
Μυστήριο πράμα!
Βρε από πού παρουσιάστηκε αυτός;
Από πού μας ήρθε;
Ποιος άραγε να είναι;
Σκοτούρα και μπελάς στους φιλήσυχους κατοίκους της πόλεως ..της Πτολεμαΐδας, ας πούμε. Και μια δικαιολογημένη ανησυχία. Έτσι καθώς τον έβλεπαν τέσσερις φορές την ημέρα να περνά από μπροστά τους και να χάνεται, μάλλον προς τα βόρεια της πόλεως. Ερχόταν από το κέντρο, την κεντρική πλατεία, από κάποιο σημείο της οδού 25ης Μαρτίου, ακολουθούσε τον κεντρικό δρόμο, πάντα στο δεξιό πεζοδρόμιο και τραβούσε προς τα επάνω, λίγο έξω από το κέντρο της πόλης..Και εκεί χανόταν. Πάντα με τη μαύρη τσάντα στο δεξί του χέρι.
Τα χρειάστηκαν οι άνθρωποι. Δικαιολογημένα.
– Ρε μπας και είναι κατάσκοπος; Πολλοί γυρίζουν σ’ αυτά τα μέρη, τα ακριτικά.
Μα πάλι αναρωτιούνταν: κατάσκοπος τόσο φανερός; Τι σόι κατάσκοπος είναι;
– Ρε μπας και είναι τίποτα παραγγελιοδόχος ; αλλά πάλι, κάθε μέρα, τις ίδιες πάντα ώρες και προς την ίδια κατεύθυνση, δε γίνεται.
Τα καταστήματα βρίσκονται στο κέντρο της πόλης. Εδώ πάνω, που βλέπουμε να πηγαινοέρχεται αυτός ο κύριος, δεν υπάρχουν καταστήματα. Μήτε εργοστάσια.
Το μυστήριο, μυστήριο !
***
Πέρασε πολύς καιρός, και αυτός ο κύριος με την μαύρη τσάντα, εξακολουθούσε να πηγαινοέρχεται, το ίδιο δρόμο. Να φτάνει κάπου και εκεί να χάνεται.
Λες και τον κατάπινε η γης.
Ύστερα από κάποιες κανονικές ώρες, εμφανίζονταν επιστρέφοντας.
Το σούσουρο, μεγάλωνε έπαιρνε διαστάσεις θρυλικές.
Τι να είναι τέλος πάντων αυτός ο κύριος ;
αλλόγλωσσος ;
αλλοδαπός ;
αλλόθρησκος ;
αλλοεθνής ;
Δεν μπορεί, πρέπει να λυθεί αυτό το μυστήριο. Δεν πάει άλλο.
***
Τον παρακολουθούν, στενά, από κοντά. Από την πηγή, από εκεί απ’ όπου ξεκινάει, μέχρι εκεί που φτάνει και χάνεται.
– Θα σου δείξουμε εμείς κύριε ! θα σε αποκαλύψουμε. Δε θα μας ξεφύγεις.
Βρήκανε την διαμονή του. Σε κεντρικό Ξενοδοχείο της πόλεως, στην κεντρική πλατεία, στο ξενοδοχείο των ΑΦΩΝ Γκίνη :
– Αμ τι νόμιζε, ότι θα μας ξέφευγε ;
Κάθε πρωί και απόγευμα, έβγαινε αυτός ο κύριος. Έπαιρνε τον κεντρικό δρόμο και σιώντας και λυγώντας, έφτανε ως το καινούργιο κτίριο, της Σχολής Εργοδηγών και άλλων τεχνικών σχολών, της Μέσης Τεχνικής Σχολής, του Τεχνικού Λυκείου αργότερα, ένα κτίριο θαυμάσιο, σύγχρονο, λες και βρισκόσουν σε Πολυτεχνείο, και εκεί εξαφανιζόταν.
Άλλες σκοτούρες οι άνθρωποι. Έπρεπε να μάθουν – μπας και είναι κάποιος «σαμποτέρ» και έρχεται να μας καταστρέψει το σχολείο μας, αυτό το καμάρι και στόλισμα της πόλης μας ;
– Ποιος θα μας ενημερώσει ;
Έβλεπαν ότι αυτός ο κύριος έμπαινε πράγματι μες την σχολή. Τον έβλεπαν ! όμως, εκεί χανόταν.
Έβλεπαν έναν άνθρωπο, κάποιες ώρες αλλαγμένο χωρίς την μαύρη τσάντα. Να σκάβει τον κήπο, να σπέρνει, να κλαδεύει, να φυτεύει.
– Να είναι κηπουρός του σχολείου ;
– τον βλέπαμε πότε μπροστά από την σχολή, να σκάβει και να φυτεύει, και πότε πίσω από το σχολείο να κλαδεύει τα οπωροφόρα δέντρα, κυρίως μηλιές.
– Με τίποτα. Χανότανε.
Τον έβλεπαν ύστερα από ώρες, να βγαίνει από την κύρια είσοδο. Μα δεν έβλεπαν τον κηπουρό.
Έβλεπαν έναν άλλο κύριο, με τσάντα και γυαλιά και με ένα βαρύ γκρι παλτό, να βγαίνει αγέρωχος, ακούραστος, και με βήμα σταθερό, να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, το αντίθετο τώρα πεζοδρόμιο, πάντα δεξιά, και να επιστρέφει στο καταφύγιό του !
Μάθανε λοιπόν, την έξοδό του και την είσοδό του ! μεγάλο επίτευγμα ! είναι το πρώτο στάδιο της ανίχνευσης του μυστηρίου.
Τώρα μένει να μάθουνε:
Ποιος είναι αυτός ο μυστηριώδης τύπος;
Τι κάνει μέσα σ’ αυτό το πνευματικό παιδαγωγικό ίδρυμα;
Ποιος τον έφερε εκεί ;
***
Πέρασε καιρός και όλα ήρθαν στο φώς, τίποτα το κρυπτόν υπό του ηλίου!
Ένας εκπαιδευτικός, τον οποίο έστελνε η πολιτεία, από την πρωτεύουσα, να δουλέψει στην πόλη τους : στη Μέση Τεχνική Σχολή, στο εκπαιδευτικό αυτό στολίδι, ως καθηγητής, διευθυντής.
Και αυτός ο καθηγητής, είχε μια όρεξη για δουλειά, πρωτόγνωρη, που δεν περιοριζόταν μόνο στη βασική εργασία, αλλά προχωρούσε και πέρα από αυτή. Δείχνοντας με το παράδειγμα του, ότι όλα επιτυγχάνονται στη ζωή, με την ταπείνωση την εργατικότητα, και την αγάπη του και την αφοσίωσή του προς το καθήκον και τα παιδιά της πατρίδας του, τους μαθητές του, στο έργο που η πατρίδα του εμπιστεύθηκε, αυτό έκανε ο κύριος με την μαύρη τσάντα και τα μαύρα γυαλιά.
Δεν ήταν ούτε κατάσκοπος, ούτε κάποιος μυστηριώδης τύπος.
Ένας απλός εργάτης, του πνεύματος, που είχε αγαπήσει το έργο του, την ιδιότητά του, και είχε σεβαστεί την εμπιστοσύνη που του έδειξε η πολιτεία στο πρόσωπό του.
Εκείνο που έμενε, ήταν η αναγνώριση από τους κατοίκους της πόλεως και τους μαθητές του.
Δεν το επεδίωξε βεβαίως. Αυτή ήρθε, από μόνη της και ύστερα από τριάντα και πλέον χρόνια μετά !
Το μεγαλύτερο παράσημο για ότι έκανε :
Το επιβεβλημένο και υποχρεωτικό, ως απλός εργάτης της πολιτείας. _
Έτσι δεν είναι κύριε Αχιλλέα ; _
Δεκέμβριος 2012
Ν.Σ. ΔΡΟΥΒΙΩΤΗΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ – ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ



























