Αρχική > Uncategorized > Οι αντινομάρχες ξανάρχονται…
None

Οι αντινομάρχες ξανάρχονται…

Κοινοποιήστε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email
Print this page
Print

Του Β.Π. Καραγιάννη

Παραμονή των Φώτων («Θεοφανείας σου Χριστέ…») επεφάνη στον συννεφιασμένο ουρανό της πόλεως (ξυπνήσαμε με χιόνι αλλά μας το έλιωσαν νωρίς) νέα αγία τριάδα αντινομαρχών, που αντικατέστησε τους παλιούς, οι οποίοι μετά από ενιαύσια θητεία κι άσκηση των καθηκόντων τους ανδρείως, διατελούσαν εν αδημονία, αθώοι. Ο τέταρτος πιάνει τετραετία αναντικάστατος, εκ του λόγου ότι είναι τα μάλα ικανός ότι είναι εντελώς Σαμαρικός (κι ο αλλάζων αυτούς ως υποκάμισα κ. νομάρχης ανακοίνωσε υποψηφιότητα Περιφερειάρχη και θέλει τις εσωκομματικές ευλογίες του κυρίου του κόμματος. Τους έβλεπα επί της τοπικής τηλεοράσεως (λίγο πριν αρχίσει ένας «προγνώστης» καιρού (πάει η κυρία Πετρούλα κι η άλλη πως τη λένε;) άλλο και τούτο πάλι το τηλεοπτικόν επάγγελμα ή μήπως είναι ειδικότης που αποκτάται στο ΤΕΙ Δ. Μακεδονίας ή το Πανεπιστήμιόν της, στη Φλώρινα, όπως η ειδικότητα του γράφειν επιτυχώς ποιήματα ή συγγράφειν γενικώς λογοτεχνήματα), να παραδίδουν την «εξουσία» τους και να παραδίδονται έτσι στην προσωπική απελπισία και τη γενικότερη λήθη, δε λέω χλεύη, σε τι μου φταίνε οι άνθρωποι, στους επόμενους που περιχαρείς παραλάμβαναν το χαρτοφυλάκιο, λες και ήταν το θησαυροφυλάκιο του έθνους των νεοελλήνων (παρότι άδειο εντελώς και διάτρητο). Είχα την εντύπωση πως υπουργοί τουλάχιστον ήταν οι απερχο-ερχόμενοι και ο στόμφος, η συγκίνηση, οι λόγοι περί του έργου που έγινε ή που θα γίνει, η σοβαρλότης τους, μ’ έπεισαν ότι κάτι το σπουδαίο συμβαίνει εδώ. Κοιτούσα τα αφημένα καλάμια στα αντινομαρχιακά τους υπουργεία και τα ερχόμενα που με τόση έμφαση κράδαιναν οι νέοι (δεν τα είχαν καβαλικεύσει εισέτι) και μου ‘ρθε το ποιητικόν: «Χαίρε ποτέ και χαίρε τίποτα». Σιγά αδέλφια (δε λέω ξαδέλφια ότι έτσι αποκαλούν οι ανάγωγοι ρατσιστές τους γύφτους) συγκρατηθείτε κάπως. Τι σας κα μας έγινε δηλαδή;
Αλήθεια τι αρμοδιότητες και καθήκοντα έχουν οι αντινομάρχες παντός καιρού. Εδώ δεν έχουν οι νομάρχες εκ της γενικής αποψιλώσεώς τους και οσονούπω της καταργήσεώς τους, που να περισσέψει κανένα γλειφιτζούρι εξουσίας και γι’ αυτούς τους ερίφηδες. Μισθός ναι, βεβαίως υπάρχει και δίκαια. Δεν είναι και λίγο να γυρίζει ένας καλός αντινομάρχης συνεχώς σε τσιγαριδογιορτές, λαϊκές πανηγύρεις, γιορτές φασιόλων και μαντάρας, πράσων, κρεμμυδιών, αρακά, μελιτζάνας, καλαμποκιού, ροδάκινου (το φρούτο αυτό υποχρέωσε τους λυρικούς Βελβενδινούς να διαδηλώσουν πως δεν θα υπακούσουν σε Β’ Καποδίστρια θα γίνουν ολοκαύτωμα για να μη χάσουν την αι-Δημοσύνη τους. «Μιμητής του Αρμοδίου και Αριστογείτων νέος/ σκέπασε Μαυρομιχάλη το σπαθί σου με μυρσίνη/ τον προδότη της πατρίδος χτύπα χτύπα και γενναίως/πέθαινε καθώς κι εκείνοι». Σούτσος ο ποιητής αλλά ποίος ο Παναγιώτης ή ο Αλέξανδρος; Σε γιορτές των αρχαίων λίθων (οι πέτρες αυτές ανάγκασαν τους νυν Καλλιανιώτες της αρχαίας Αιανής, να διακηρύξουν ομοίως πως αν τολμήσουν να τους διαλύσουν το Δήμο θα επαναστατήσουν κανονικά, όπως οι προγονοί τους στην επανάσταση του Μπούρινου το 1879, οι οποίοι συν-εξεγέρθησαν, μαζί με άλλους κατοίκους των γύρω χωριών, χωρίς να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά, γενόμενοι λαγοί στους λόφους και τα λαγκάδια μόλις άκουσαν ότι έρχονται οι Τούρκοι. Στη γελοία ως ονομασία γιορτή Αγάπης(!) που διεξάγεται ατιμωρητί στη Λευκοπηγή (η οποία ετοιμάζεται να καταγράψει την ιδιαιτερότητά της και να γίνει εκ νέου χωριό («Χωριό μου όμορφο με τις ραχούλες και τις ρεματιές…» μου έρχεται ο απόηχος του σχολικού τραγουδιού και κλαίω) για τους παρακάτω νόμιμους, βάσιμους κι αληθινούς λόγους: 1. Οι κάτοικοι είναι απόγονοι των αρχαίων Μιλησίων (έτσι γνωμοδότησε κάποτε ο Μέγας Σιαμπανόπουλος, 2. Εχει τον ευρρωστότερο πλάτανο των Βαλκανίων, 3. Διασχίζεται, όπως όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης με ποτάμια, από λάκκο, έστω, 4. Μέχρι πρότινος ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της πόλεως Κοζάνης ή αυτή ήταν πολιτιστική της αποικία. Να πηγαίνουν σε καστανογιορτές και στη καινοφανή εορτή της σουγλιμάδος (νέος ετούτος θεσμός όστις ανεφύει στις δυτικές υπώρειες του όρους Μπούρινου τον οποίον εισήγαγε κι επιμελείται δημοδιδάσκαλος (ουδείς μωρότερος των ιατρών αν δεν υπήρχαν οι δάσκαλοι), ιστορικός πάσχων από συγγραφικήν ακράτειαν αρχειο-γνώσεων. Σε εορτές γιδοκουρέματος και γελαδοκουρέματος, γαλομέτρου, μπάτζιου, τυρί φέτας και τουλουμίσιου, κερασιού, φράουλας, μήλων,λάχανων, σκόρδων (είναι και για τα σκόρδα που λεν) και στις γιορτές αχύρου. Να είναι παρόντες στα Κοτζαμάνια (πόσο με συγκινούν να βλέπω τους ομίλους Σκήτης και Τετραλόφου να διεξάγουν το «δρώμενό» τους (ωχ, είπα την απαίσια λέξη) με τις ενδυμασίες από σκηνικά του Μποστ. Μου θυμίζει ο διευθυντής των ορχουμένων με τις κινήσεις του τον κ. Λζρν Πρασινολόγον στο φανό «Λάκκος τ’ Μάγγανι» καθώς διευθύνει επιτυχώς τον φανικό χορό). Σε ναύδρια και καθεδρικούς, στα θερινά πανηγύρια (και γι’ αυτά είναι αυτοί ούτοι), στις επιδοτούμενες συναυλίες της κυρίας Θώδη (;), του κ. Μαργαρίτη, του κ. Θ. Μικρούτσικου (γειά σου μεγάλε Τζιόρνταν!), του κ. Πλέσσα κ.λπ. Με την ευκαιρία θυμίζω πως τα σαϊνια του γραφείου τύπου του νυν Νομάρχη την χλιδάτη έως σκανδάλου πρόσκληση για τη συναυλία του μόλις ανωτέρω, που διεξήχθη λίαν επιτυχώς ερήμην μας, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, ως περιοδικό «Παρέμβαση» την έλαβα παραμονή Πρωτοχρονιάς και την άλλη ως έγκριτος, ας πούμε πολίτης, την έλαβα παραμονή Θεοφανείων. Να σπεύδουν σε εκδηλώσεις πνευματικές απ’ τις οποίες φεύγουν άμα τη ενάρξει, ότι έχουν κι αλλού να πάνε οι αθλιόφοβοι, ενώ δε λείπουν από κανένα χαζοχαρούμενο, δημόσιο γεγονός· φάντες μπαστούνια σε χορούς και πίτες όπου διαπρέπουν· χορεύουν, χορεύουν ασταμάτητα οι δύσμοιροι. Τι άλλο κάνουν; Εχουν γραφείο χωριστό στο διοικητήριο, υπηρετικό προσωπικό, μέχρι αηδίας αυλοκόλακες, πολυπληθές και κομματοσύλλεκτον, πίνουν συνεχώς καφέδες. Αν τους ζητήσεις κάτι σου λεν το αφοπλιστικό και παραλυτικό «υπέβαλλε γραπτώς ένα αίτημα» ή «ο κ. αντινομάρχης δεν θα σε δεχτεί σήμερα» (τι λες βρε θηρίο τόσο πολύ και τόσο μακρύ, μετά συγχωρήσεως), όπως την έπαθα τις προάλλες, αλλά είδα πως ο εν λόγω αξίως καθηρέθη. Ομολογώ, είμαι πολιτικά ρατσιστής, τους ζηλεύω γιατί ούτε καν αντινομάρχης δεν ηξιώθην στη ζωή μου γίνω («Συρράπτης Επιφυλλίδων» ήγουν παπαδιαμαντικόν κακέκτυπο), και όπως στη Γαλλία αποτυχημένοι θεωρούνται εκείνοι που δεν μπόρεσαν στη ζωή τους να γίνουν ούτε καν ακαδημαϊκοί! Ο πλέον διασκεδαστικός όλων, ως καθ’ ύλην συγγενής προς τις δημόσιες ηδονές και τέρψεις, είναι ο εκάστοτε επί του πολιτισμού αντινομάρχης, όρεξη να έχουν οι πολίτες να σπάνε πλάκα μαζί τους. Είναι αμείλικτοι στο ειρωνεύειν τους.
***
ΥΓ.1 Για χιλιοστή φορά διευκρίνιση. Οσους «αξιωματούχους» αιρετούς ή διορισμένους κρίνουμε ή σαρκάζουμε, εντούτοις ως πολίτες, επαγγελματίες, και άτομα τους τιμούμε όσο πρέπει και τους αξίζει. Ομως ως δημόσια πρόσωπα δικαιούμαστε να έχουμε κατ’ αυτών χλευαστικό λόγο. Από εμάς άλλωστε πληρώνονται για να ακούνε τα σάλια και τα μασάλια μας, χωρίς ενόχληση όπως αδιαμαρτύρητο δέχεται τα χτυπήματα το μέγα άργανο της Πανδώρας ή με το αντί (εργαλείο υφάνσεως) από την ανάποδη και την καλή.
ΥΓ. 2 Ο Μέγας αγιασμός που προσφέρεται στους πιστούς την παραμονή των αγίων Θεοφανίων σε τάπερ ή μπουκαλάκια πλαστικά του ½ κιλού (δεν είναι για χόρταση) υπέχει θέσιν κοινωνίας. Οποιος τον πιεί με μέτρο σέβας και λίγη προσευχή μεταλαβαίνει κανονικά. Το είπε ο μέγας επίσκοπος Διονύσιος και το άκουσα με τα μαθητικά μου αυτιά. Επ’ αυτού δεν θέλω αντιρρήσεις εκ της παπαδοσύνης, ότι έτσι τους κόβεται πελατεία από την «Ψίχα μεταλαβιάς». Επομένως όλοι στον μεγάλο αγιασμό, όστις πλην των άλλων καίει και τους καλικάντζαρους και τους διώχνει από την επιφάνεια της γης.
ΥΓ. 3 Γνωρίζω ότι το «Θεοφανείας σου Χριστέ» Ωδή ε’ ήχος πλάγιος του Δευτέρου, λέγεται στο όρθρο του Μέγα Σάββατου, αλλά μου έκατσεν χάριν συγγραφικής ευφωνίας την σήμερον και το κοπάνησα.
ΥΓ. 4 Τα Θεοφάνεια λέγονται και Επιφάνια γι αυτό και επί της επιφανείας της κεντρικής πλατείας ο άγιος Δέσποτας έστησε υψηλή εξέδρα αγιασμού (η ατραξιόν στην υψηλή γέφυρα της λίμνης Πολυφύτου δεν αποδίδει πια) μόλις διελύθη το τραινάκι του Χριστουγεννιάτικου νιάημερου, αλλά παρόντος του Καρουζέλ (με τη λήξη της τελετής του αγιασμού όλοι οι πρωταγωνιστές της πλατείας έφεραν μια βόλτα μ’ αυτό), για να είναι άνω όλων των άλλων («Σήμερον τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί», όντως σοβαρός διάλογος βωβών έγινε) κυρίως της αιρετής, κοσμικής εξουσίας, σημειολογώντας στην πράξη πως: «Κύριοι που με κοιτάτε σαν χάνοι και βαριέστε θανάσιμα τα υπέροχα αναγνώσματα, εγώ είμαι ο ων κι ο ανερχόμενος· ελέω λαού εσείς, ελέω Θεού εγώ». Αμήν.
ΥΓ. 5. «Επιφάνια 1937» μνήμη Γ. Σεφέρη κι εδώ και το «Επιφάνια-Αβέρωφ» του Μ. Θεοδωράκη, δίσκος με την παγκόσμια πρώτη του στις φυλακές Αβέρωφ 1972.

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση τ
ου φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και
τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος
της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι
κοντά στα κυπαρίσσια
και τα μαλλιά σου
χρυσά. τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο
ο Αλδεβαράν

Κράτησα τη ζωή μου
κράτησα τη ζωή μου
ταξιδεύοντας ανάμεσα
σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές
φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς
καμιά φωτιά στη κορυφή τους. βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου. στ’ αριστερό σου χέρι
μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στη παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή
βυζαίνοντας το παιδί της
Ανεβαίνω τα βουνά.
μελανιασμένες λαγκαδιές.
ο χιονισμένος κάμπος,
ως πέρα ο χιονισμένος
κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνουνται για να γυρέψουν,
κι οι δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου
ψιθυριστά μέσα στην
απέραντη σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ.
ψίθυροι
σαν την ανάσα του
κυπαρισσιού τη νύχτα
εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνή σου λέγοντας
“ευτυχία”.

Κλείνω τα μάτια
γυρεύοντας το μυστικό
συναπάντημα των νερών
κάτω απ’ τον πάγο το
χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες
εκείνες που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα
νερολούλουδα κι αυτός
ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα,
στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο,
στάλες στην ακίνητη
δεξαμενή
βρίσκοντας ένα κύκνο
νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα
μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν
τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους
που έφυγαν εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους σε πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά
κλωνάρια των πλατάνων εκεί που στάθηκε μια
αχτίδα του ήλιου γ
υμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε
η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου

Το χιόνι και το νερό
παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Κοινοποιήστε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email
Print this page
Print
Στείλε μας Φωτογραφίες, Μηνύματα και Καταγγελίες στο ptolemeos@e-ptolemeos.gr
kotzampasis

Συντάκτης: e-ptolemeos team