ΤΟΥ ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ ΤΑΝΙΔΗ
•Διαπιστώσεις και ερωτήματα:
Γεγονός αναμφισβήτητο είναι, πως η ελληνική κοινωνία διέρχεται εδώ και πολλά χρόνια, μία πολύπλευρη και γενικευμένη κρίση. Κρίση πολιτική, κρίση οικονομική, κρίση ισονομίας και ισοπολιτείας, κρίση, εν γένει, θεσμών και αξιών.
Το 80% του ελληνικού λαού, έπαυσε πλέον να έχει εμπιστοσύνη στα κόμματα, στην εφαρμογή των νόμων, στην άσκηση χρηστής εξουσίας και διοικήσεως. Οι ταγοί της κοινωνίας μας έπεσαν σε ανυποληψία, λόγω ασκήσεως των καθηκόντων τους με ανευθυνότητα και απερισκεψία, με πρόταγμα την ιδιοτέλεια και τον καιροσκοπισμό. Το τεράστιο εξωτερικό δημόσιο χρέος που δημιούργησαν, την εκτεταμένη δημόσια σπατάλη και διαφθορά που ανέχτηκαν, τον ρουσφετολογισμό και τον απαράδεκτο χρηματισμό που καλλιέργησαν και την ανισότητα και ανισοπολιτεία που νομοθέτησαν, αποτελούν ενδείξεις του στρεβλού πολιτικού συστήματος που μετέρχονται. Και ακόμη αποτελούν ένδειξη της χρεοκοπίας του συστήματος αυτού, η έλλειψη πατριωτισμού και εθνικών αισθημάτων που δίδαξαν, η στασιμότητα της κατά κεφαλή πνευματικής καλλιέργειας που καθιέρωσαν και οι αμέτρητες άλλες στρεβλώσεις της κοινωνίας.
Και τα καίρια ερωτήματα που προκύπτουν στην σκέψη κάθε νοήμονος πολίτη είναι: Αν γνωρίζουμε πράγματι (λαός και ταγοί) που βαδίζουμε, αν μπορούμε να σωθούμε και τι πρέπει να κάνουμε. Ποιος φταίει. Φταίνε τα ευρωπαϊκά και αμερικάνικα ψυχοσυνθετικά φαινόμενα, που εισήχθησαν στην κοινωνία μας τις τελευταίες δεκαετίες και μας δημιούργησαν την τάση στο χρήμα, τον καταναλωτισμό και την εύκολη ζωή και ως εκ τούτου πρέπει να τα αποβάλουμε; Φταίνε η υλιστικές και διεθνιστικές ξεθωριασμένες ιδέες, που καλλιεργήθηκαν τον τελευταίο καιρό και δημιούργησαν την αναρχία και την αδυναμία της εξουσίας να επιβληθεί; Ή φταίει ο πάλαι ποτέ ραγιαδισμός μας, που έκτοτε κατατρύχει την ψυχοσύνθεση μας και μας ωθεί στις ύπουλες διαπροσωπικές σχέσεις, στην εξαπάτηση των αρχών και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς το κράτος;
•Μικρόνοια και παρακμή
Αν μελετήσει κανείς προσεκτικά την ελληνική ιστορία, κυρίως αυτήν όπου η νεώτερη Ελλάδα γνώρισε τις μεγάλες εθνικές της αποτυχίες, θα διαπιστώσει αβίαστα, πως, πίσω από τα γεγονότα, υπάρχει πάντοτε μία πελώρια πολιτική απερισκεψία. Υπάρχει η βλακώδη ευπιστία, η αψυχολόγητη φοβία, η πρόχειρη κρίση και κατάστρωση ηλίθιων σχεδιασμών. Δεν έχει σημασία το πώς εκφράσθηκε αυτή η μικρόνοια της εξουσίας, σημασία έχει ότι υπήρχε σε κάθε περίπτωση. Υπήρξε πίσω από τον πόλεμο του 1897, πίσω από την εγκατάλειψη της Βορείου Ηπείρου, πίσω από τις πρωτοβουλίες που οδήγησαν στην μικρασιατική καταστροφή, πίσω από την απώλεια της Ανατολικής Θράκης, πίσω από την ανταλλαγή των πληθυσμών και πίσω από τον λεγόμενο «εμφύλιο» πόλεμο. Ατολμία και φόβος υπήρξε, ακόμη, πίσω από τον εκπατρισμό των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως, της Ίμβρου και της Τενέδου, πίσω από τα ιουλιανά του 1965, πίσω από την απώλεια της μισής Κύπρου, πίσω, τέλος, από την νύκτα των Υμίων. Άραγε, όλες αυτές οι αποτυχίες είναι αποτέλεσμα απλών συγκυριών, είναι προϊόν της τυχαιότητας, ή είναι μια αλυσιδωτή διαδοχή ηλιθίων λαθών και κατά συρροή ηλιθιότητας του πολιτικού μας συστήματος; Γιατί ανάλογα φαινόμενα δεν βλέπουμε στην ιστορία άλλων λαών, παρά μόνο στην νεοελληνική ιστορία, όπου τα λάθη είναι ο κανόνας και το ευφυές κατόρθωμα εξαίρεση;
Η λογική των ως άνω ερωτημάτων, μας παραπέμπει απ` ευθείας στην λέξη κατάρρευση του πολιτικού μας συστήματος και κατά συνέπεια παρακμή της κοινωνίας. Κατάρρευση του πολιτικού συστήματος σημαίνει: αδιαφορία των πολιτικών, για ορθολογικές λειτουργίες, για αξιοκρατικές επιλογές, για ανιδιοτελείς προτεραιότητες στην διαχείριση των κοινών. Σημαίνει: πως όλα επιτρέπονται, έτσι ώστε, να αναπτύσσονται και να κυριαρχούν οι φυγόκεντρες διαλυτικές τάσεις, η εξατομίκευση της ακοινωνησίας των αναγκών, η άμβλυνση των κριτηρίων και απαιτήσεων ποιότητας και τα κοινά να κρίνονται με το πρίσμα του ατομικού συμφέροντος.
Την παρακμή μας, άλλωστε, την πιστοποιούμε όλοι, άλλος πολύ και άλλος λίγο, ωστόσο, την δεχόμαστε μοιρολατρικά. «Δεν παίρνει διόρθωση το ρωμαίικο, δεν αλλάζει η ψωροκώσταινα» ισχυριζόμαστε. Δεν διανοούμαστε όμως, πως από μας τους ιδίους μπορεί να ξεκινήσει η αφύπνιση, η αμερόληπτη κριτική σκέψη, η πολιτική ανιδιοτέλεια, ο πολιτικός στόχος ανόδου της κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Μόνο, μία τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να συγκροτήσει και πάλι κοινωνικές λειτουργίες κριτικών αποτιμήσεων, αξιοκρατικών επιλογών, ανιδιοτελών προτεραιοτήτων και ανάδειξη ηγετικών στελεχών. Μόνο μία ριζοσπαστική και εκ βάθρων εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, θα μπορούσε να ανακόψει την ακάθεκτη παρακμιακή συρρίκνωση του ελληνισμού (πολιτική, πνευματική, γλωσσική, πληθυσμιακή). Μόνο τότε θα μπορούσε να ελπίζει κανείς σε θραύση της αλυσιδωτής αλληλουχίας ηλιθίων λαθών, σε ανάσχεση της κατά συρροή ηλιθιότητας, που συγκροτεί την πορεία του σημερινού πολιτικού μας συστήματος.
Η «μαγιά», που θα μπορούσε να ξεκινήσει ένα τέτοιο εγχείρημα, ασφαλώς υπάρχει, πολιτικό θάρρος και ρωμαλέα απόφαση δεν υπάρχει, αλλά ούτε και λαϊκή βούληση. Γι` αυτό και πρέπει να επιχειρηθεί πρωτίστως (από την μαγιά), η ανάλυση του βαθμού της κοινωνικής παρακμής. Να ερευνηθούν και να επισημανθούν τα κυρίαρχα γνωρίσματα της αδυναμίας της κοινωνίας. Δηλαδή: πως μπορεί η κοινωνία να ξεχωρίσει το πραγματικό από το φαντασιώδες, την γνησιότητα από την αλλοτρίωση, το αυθεντικό από την απομίμηση, το ζωτικό λειτουργικό από το εθιμικό συμβατικό, την πρέπουσα θέση και το πρωταρχικό νόημα των θεσμών και λειτουργιών. Μία κοινωνία βρίσκεται πραγματικά σε παρακμή, όταν αυτές οι διακρίσεις, όχι μόνο δεν γίνονται κατανοητές από την πλειοψηφία, αλλά και δεν την προβληματίζουν. Γιατί ουσιαστικά, εδώ και δεκαετίες ο κοινωνικός βίος πραγματοποιείται στο επίπεδο επιπόλαιων εντυπώσεων και ψυχολογικών μόνο προτεραιοτήτων, ερήμην των πραγματικών αναγκών. Από την πολιτική έως την θρησκεία, τα πάντα δείχνουν να αιωρούνται σε κενό νοήματος, σε επιδερμικότητα. Κυριαρχούν τα συμβατικά αυτονόητα. Οι τυποποιημένοι εθισμοί, οι άκριτες και ανορθόλογες ψυχολογικές εγκυστώσεις. Η Αριστερά, η Ορθοδοξία, η Ελληνικότητα, η Δημοκρατία, ο Διάλογος, το Κοινωνικό Κράτος είναι σημαίνοντα, που έχουν αυτονομηθεί από τα σημαινόμενα. Είναι λέξεις, που λειτουργούν μόνο με την συναισθηματική φόρτιση, δίχως το παραμικρό αντίκρισμα ρεαλιστικών δυνατοτήτων ζωής. Κανένας δεν διερωτάται για το πρωταρχικό τους νόημα, το σαρκωμένο σε πραγματικές ανάγκες. Γι` αυτό και μόνο, ένας Θεός ξέρει, με ποιο τίμημα θα πληρώσουμε την πολιτική μας ανεπάρκεια, την παρακμή μας και την οικονομική μας κατάντια.




























