του παπαδάσκαλου
Κωνσταντίνου Ι. Κώστα
Ο νεότερος άσωτος γιος (και όσοι υπονοούνται πίσω από αυτόν) μετά την πικρή εμπειρία της ‘’ασωτίας’’ και το υπαρξιακό του αδιέξοδο, θυμάται τον πατέρα και συντετριμμένος επικαλείται το όνομά του: ‘’Πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σε σένα, δεν είμαι άξιος πια να λέγομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους εργάτες σου’’.
Ο πατέρας, χωρίς μικρόκαρδες επιπλήξεις: ‘’Βγάλτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, φορέστε του δαχτυλίδι, δώστε του υποδήματα, φέρτε το σιτευτό μοσχάρι και σφάχτε το, να φάμε και να πιούμε, γιατί ο γιος μου αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε’’.
Ο φαινομενικά υπάκουος (εργατικός, νοικοκύρης και προκομμένος) μεγαλύτερος γιος (και όσοι υπονοούνται πίσω από αυτόν), φθονεί τον άσωτο (τεμπέλη, χαραμοφάη και ανεπρόκοφτο) αδερφό του, οργίζεται και διαμαρτύρεται με πείσμα για την αφειδώλευτη αγάπη που δείχνει ο πατέρας προς τον επιστρέψαντα άσωτο γιο.
Ο πατέρας τον καθησυχάζει και ταυτόχρονα τον παρακινεί, να ξεπεράσει τη φοβικότητα που τον κάνει να βλέπει τον άλλον ως απειλή, να μπει στο κοινό σπίτι δίχως ξινίλα και υπεροπτικές συμπεριφορές, που αναιρούν την κοινότητα ζωής, να αποδεχτεί τον αδερφό στη θέση και την αξία του αδερφού, να συν-κοινωνήσει με χαρά για τη συνεύρεση στην ολότητα: ‘’ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει’’, χαιρόμαστε, όχι κλεισμένοι στον αυτάρεσκο μικρόκοσμο, αλλά συν-κοινωνούντες με τους αδερφούς, με το σιτευτό μοσχάρι, με μουσικές και ‘’χορούς κυκλωτικούς’’ και χαράς μη εντοιχισμένης, στο πατρικό, ευρύχωρο και κοινό τραπέζι.
Ο Πατέρας αγαθός και σπλαχνικός, στοργικός, συγκαταβατικός, ανεκτικός, γεμάτος καλοσύνη, δέχεται με αγάπη και χαρά και ανορθώνει κάθε άνθρωπο, που μεταστρέφεται από το κακό και ζητάει να κάνει μια νέα αρχή ζωής. Η μεταστροφή προϋποθέτει αυτογνωσία. Η αληθινή αυτογνωσία είναι δύσκολο κατόρθωμα. Η μεταστροφή από το κακό ή από την όδευση προς την καταστροφή, όταν μάλιστα συμπαρασύρει και μια σχεδόν ολόκληρη κοινωνία είναι ακόμα πιο δύσκολο κατόρθωμα. Η ομολογία του λάθους δεν σημαίνει αδυναμία, αλλά χρειάζεται ειλικρίνεια και γενναιότητα, απελευθερώνει και ανορθώνει την αξία του ανθρώπου.
Η καταξίωση του ανθρώπου ως προσώπου βρίσκεται στην πλήρη κοινωνία του ανθρώπου, όχι μόνο με το Θεό στην κατακόρυφη διάσταση, αλλά και με τον συνάνθρωπο στην οριζόντια. Η αγάπη του ανθρώπου προς το Θεό-Πατέρα σημαίνει ταυτόχρονα και αγάπη προς τον αδελφό.
Εξ άλλου ‘’ταύτην την εντολήν έχομεν απ’ αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεόν, αγαπά και τον αδελφόν αυτού’’, αυτή την εντολή μας έδωσε ο Χριστός: όποιος αγαπάει το Θεό, πρέπει να αγαπάει και τον αδερφό του.
π. Κωνσταντίνος Ι. Κώστας, παπαδάσκαλος
12-2-2012































