Γράφει η κ. Τσεμπερλίδου – Πουγαρίδου Σοφία
Υποδιευθύντρια 1ουΠειραματικού
Δημ. Σχολείου Φλώρινας.
Οι γονείς έχουν αναμφισβήτητα τον πρώτο ρόλο στην αγωγή του παιδιού τους, αφού αυτό δέχεται την επίδρασή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στα πλαίσια του σύγχρονου τρόπου ζωής υπάρχει μια τάση υπερπροστασίας των παιδιών, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται ο σωστός τρόπος ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους.
Η υπερπροστασία, δηλαδή η υπέρμετρη παροχή αγαθών και υπηρεσιών προς τα παιδιά, η υπερβολική φροντίδα και αγωνία, το άγχος των γονέων για τα παιδιά, γίνεται τροχοπέδη στη ζωή τους, διότι, αν και επιθυμούν να προφυλάξουν το ανήλικο παιδί τους, παραβλέπουν ουσιώδεις ανάγκες του με αποτέλεσμα να το καταπιέζουν.
Μια «ομπρέλα» προστασίας είναι απαραίτητη αλλά το παθολογικό «αγκάλιασμα» κλείνει όλες τις αισθήσεις του παιδιού και δεν το αφήνει να δει, να ακούσει, να αγγίξει, να αισθανθεί, να σκεφτεί, να αποφασίσει. Δεν αφήνει το παιδί να αποκτήσει δεξιότητες, να προσπαθήσει, να πέσει και να σηκωθεί, να δραστηριοποιηθεί, να αποκτήσει αυτοεκτίμηση και πρωτοβουλία, να αυτονομηθεί και να γίνει υπεύθυνο άτομο.
Σήμερα, δυστυχώς, οι γονείς κάνουν τα πάντα για τα παιδιά τους : ακούνε, βλέπουν και προβλέπουν για τα παιδιά τους, σκέφτονται, αποφασίζουν, ετοιμάζουν, προετοιμάζουν, προσπαθούν, προγραμματίζουν για τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να στερούν από το παιδί τους την ευκαιρία να αποκτήσει εμπειρίες, να αποτύχει και να ξαναπροσπαθήσει, να κοινωνικοποιηθεί και να γίνει τελικά ευτυχισμένο άτομο.
Η υπερπροστασία πηγάζει από κάποια άλυτα προβλήματα των γονέων. Για παράδειγμα από μια αποτυχημένη συζυγική σχέση, από μια προσωπική αποτυχία που διοχετεύεται ως υπερπροστασία του παιδιού αλλά και σε μερικές περιπτώσεις ως πλήρη αδιαφορία. Οι ισορροπίες είναι δύσκολο να κρατηθούν σ’ αυτές τις καταστάσεις. Τα απωθημένα των γονέων τους ωθούν σε μια συνεχή προσπάθεια εξασφάλισης αγαθών και δραστηριοτήτων στα παιδιά τους, που συχνά ξεπερνούν την ανάγκη και τη λογική. Αυτό γίνεται ακόμα, επειδή δε θέλουν να στερηθεί το παιδί τους πράγματα που έλειψαν στους ίδιους ή για να μη δημιουργηθεί στο παιδί η εντύπωση ότι δεν μπορούν να του εξασφαλίσουν όσα επιβάλλουν οι σύγχρονες «προδιαγραφές» ανάπτυξής του.
Η υπερπροστασία διαμορφώνει μια στάση χρήσης του παιδιού παρά σχέσης με αυτό. Το παιδί γίνεται εγωκεντρικό και μαθαίνει να μη θυσιάζει τίποτα για κανένα. Δεν μπορεί να γίνει μεγαλόψυχο και ελεύθερο. Το ίδιο αποτέλεσμα έχει και η άλλη ακραία συμπεριφορά δηλ. η αδιαφορία προς τα παιδιά.
Οι υπερπροστατευτικοί γονείς προσπαθούν για τα παιδιά τους από το πρωί ως το βράδυ. Από μικρά τα ταίζουν στο στόμα, τα πλένουν, τα κάνουν μπάνιο μέχρι να πάνε στο Γυμνάσιο, έχουν στο νου τους να φοράνε παλτό, κασκόλ, τα χτενίζουν, τα διαβάζουν, τα πηγαινοφέρνουν στα διάφορα φροντιστήρια, ωδεία, κουβαλώντας μάλιστα και τις σάκες τους. Στο σχολείο έρχονται μέχρι μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας, για να τα τακτοποιήσουν στα θρανία τους, τακτοποιούν και συμμαζεύουν το δωμάτιό τους και επίσης σερβίρουν το φαγητό και συμμαζεύουν τα σερβίτσιά τους, μαζεύουν στο σπίτι ό,τι έχουν ξεχάσει ή αφήσει τα παιδιά, οργανώνουν τις βαλίτσες τους όταν πρόκειται να πάνε ταξίδια. Ασχολούνται με τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής του παιδιού. Ανησυχούν υπερβολικά για την τροφή του παιδιού, την υγεία του, τον ύπνο του, κάνουν πολλά και αρκετές φορές περιττά πράγματα για το παιδί τους και το αντιμετωπίζουν σαν ένα αδύναμο πλάσμα. Όλα αυτά μπορεί να συμβούν ακόμα και όταν το παιδί ενηλικιωθεί.
Επιπλέον υπάρχουν γονείς οι οποίοι έχουν την τάση να ικανοποιούν κάθε επιθυμία των παιδιών τους, όσο παράλογη και αν είναι, θεωρώντας ότι έτσι το κάνουν ευτυχισμένο. Οι επιθυμίες όμως δεν τελειώνουν ποτέ. Τα παιδιά τους δε γνωρίζουν πώς να θέτουν όρια στον εαυτό τους. Αυτό είναι κάτι που οι γονείς πρέπει να τους διδάξουν. Να τα μαθαίνουν από μικρή ηλικία ότι πρέπει να έχουμε κάποιους περιορισμούς στις απαιτήσεις μας. Όλα αυτά που κάνουν οι γονείς, ίσως στιγμιαία να εξυπηρετούν κάποια κατάσταση, όμως μακροπρόθεσμα στερεί από τα παιδιά την ευκαιρία να μάθουν να χειρίζονται και να διαχειρίζονται δύσκολες καταστάσεις της καθημερινότητας. Αυτό καταλήγει σε μια «αναπηρία» που θα τα συνοδεύει στην κατοπινή ζωή τους.
Το υπερπροστατευμένο παιδί έχει ελαττωματική προσωπικότητα δηλάδη μειωμένη πρωτοβουλία και όταν πρέπει να αντιμετωπίσει τη ζωή ως ενήλικας πλέον (γάμος, στρατός, επάγγελμα, σπουδές) δυσκολεύεται, δεν μπορεί να προσαρμοστεί και να αντεπεξέλθει.
Αντίθετα, το υπεύθυνο παιδί ήδη από την προνηπιακή ηλικία με τη βοήθεια των γονέων, η οποία φθίνει σταδιακά και με την πάροδο του χρόνου, τρώει μόνο του, ντύνεται μόνο του, χτενίζεται μόνο του, προσπαθεί να συμμαζέψει το δωμάτιό του και αν κάνει κάποια ζημιά, επιχειρεί να συμμαζέψει και να καθαρίσει το χώρο. Όταν πηγαίνει δημοτικό σχολείο διαβάζει κατά κανόνα μόνο του, τακτοποιεί τις υποθέσεις του με τους φίλους του μόνο του, είναι υπεύθυνο για την καθαριότητα την ατομική και του δωματίου του, τακτοποιεί τα ρούχα του στην ντουλάπα και τις βαλίτσες του μόνο του, μπορεί να σερβίρει το φαγητό και να μαζέψει το σερβίτσιο μόνο του. Έχει πρωτοβουλία, υπευθυνότητα, αυτοεκτίμηση και έχει αναπτύξει όλες τις δεξιότητες που προετοιμάζουν το νέο άνθρωπο για τη ζωή. Ξέρει τι θέλει από τη ζωή, πώς να το αποκτήσει και έχει τα «κότσια», τις δυνάμεις να το διεκδικήσει.
Οι περιπτώσεις στις οποίες αναφερθήκαμε είναι απλά ενδεικτικές και δεν καλύπτουν πλήρως το φάσμα της υπερπροστασίας. Είναι σημαντικό κάθε γονέας να γνωρίζει ποια είναι η σωστή διαπαιδαγώγηση για το παιδί του, για να έχει καλό αποτέλεσμα. Όσο και αν αγαπάμε τα παιδιά μας, είναι καλό να έχουμε κατά νου ότι είναι αυτόνομες προσωπικότητες. Ο σκοπός μας είναι να τα προετοιμάσουμε, ώστε να είναι έτοιμα να σταθούν μόνα τους στην κοινωνία. Οι γονείς δεν μπορούν να είναι πάντα στο πλάι των παιδιών, για να τα φροντίζουν.
Είναι αναμφισβήτητο πάντως, ότι κάθε γονέας γνωρίζει καλά τις ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού του και μπορεί να βρει την ισορροπία μεταξύ της απαραίτητης φροντίδας και της υπερβολής.
































