Χαρίτων Καρανάσιος
για τη Λεμονιά
Η ιστορία του Ηρακλή με το δίλημμα ποιο δρόμο να ακολουθήσει, δηλ. της αρετής ή της κακίας, επαναλαμβάνεται καθημερινά στις επιλογές της ζωής μας, αλλά περισσότερο σήμερα και με τον πιο έντονο τρόπο σε σχέση με όλους μας συνολικά ως λαό και κοινωνία. Θα ακολουθήσουμε τις επιταγές του ΔΝΤ και της ΕΕ, ή θα πάρουμε τη ζωή και τη χώρα στα χέρια μας;
Το πώς φθάσαμε εδώ το ξέρουμε. Από τον 19ο αιώνα οι λεγόμενες Μεγάλες Δυνάμεις δημιουργούσαν μεγάλη στρατιωτική μηχανή, αγοράζοντες όπλα, πετρέλαιο, τεχνολογία από τις μεγάλες εταιρείες –ιδιωτικές βέβαια–, πολυεθνικές σήμερα, και κάποια στιγμή έστελναν τα καημένα φαντάρια στον πόλεμο να σφαχτούν για το έθνος [δείτε την ταινία «Ο Τζώνυ πήρε το όπλο του»]. Πρωτοπόροι στη νεώτερη εποχή οι Αγγλογάλλοι, αλλά και σχεδόν όλοι οι Δυτικοευρωπαίοι, και μετά Αμερικανοί και Ρώσοι. Οι νεκροί του πολέμου γίνονταν ήρωες, κάνοντας πλούσιους κάποιους χοντρούς με πούρα, αλλά και εθνάρχες κάποιους πολιτικούς που έπαιζαν το παιχνίδι του κεφαλαίου. Ο κατακτητής λεηλατούσε τις πρώτες ύλες των υποδούλων και τους εκμεταλλευόταν όπως ήθελε. Τσάμπα πράμα. Και βέβαια έχουμε ευθύνη πρώτα εμείς, που δεν εκμεταλλευτήκαμε τόσα χρόνια το ανθρώπινο δυναμικό, τους Έλληνες επιστήμονες, αλλά και δεν αναπτύξαμε την παραγωγή μας. Αλλά και οι δυτικοί φίλοι μας δεν επιτρέπανε την ελληνική ανάπτυξη. Τα μικρά κράτη είναι καλά, για να τα απομυζούν και να τους δανείζουν, ώστε να αγοράζουν τα προϊόντα τους. Ο περίφημος ζωτικός χώρος.
Σήμερα βέβαια οι δυνάστες είναι πιο εκλεπτυσμένοι, κύριοι, πιο επιστήμονες, δεν λερώνουν τα χέρια. Κάθονται σε ένα γραφείο, μπροστά σε έναν υπολογιστή, ή κανονίζουν τις τύχες μας μεταξύ τυρού και αχλαδίου σε κάποια δεξίωση. Μετά από τις οδυνηρές ήττες των ΗΠΑ και ΕΣΣΔ σε Βιετνάμ, Κούβα, Αφγανιστάν, Ιράκ, είναι πλέον πασιφανές ότι κανείς δεν μπορεί να κερδίσει έναν στρατιωτικό πόλεμο, ακόμη και αν κατακτήσει ολόκληρη μια χώρα. Είναι ασύμφορο οικονομικά, πολιτικά, γεωπολιτικά, αλλά και οι απώλειες ανθρώπινης ζωής προκαλούν το κοινό αίσθημα. Εξάλλου, σήμερα δεν υπάρχει αντίπαλον δέος, ο κομουνισμός κατέρρευσε, Ρώσοι και Κινέζοι εφαρμόζουν κρατικό καπιταλισμό, ενώ δεν υπάρχουν κοινωνικές επαναστάσεις, όπως υπήρχαν στον 19ο αιώνα. Βέβαια, μπορούμε πάντοτε να κατασκευάζουμε κάποιον «κακό», Ιράν, Ιράκ, Καντάφι, Συρία, Ταλιμπάν, Αλ Κάιντα, Β. Κορέα, ώστε να έχουμε την κοινή γνώμη με το μέρος μας, οι «κακοί» όμως κάποτε τελειώνουν, αλλά και οι αγορές στερεύουν, έχουν κορεστεί, ενώ υπάρχουν και πάμφθηνα κινέζικα προϊόντα. Έτσι, ο καπιταλισμός αρχίζει να τρώει τα παιδιά του, τα μαύρα πρόβατα, μεγάλες σαθρές εταιρείες αλλά και χώρες προβληματικές, όπως η Ελλάδα. Το σύστημα, αναπτύσσοντας αναγκαστικά εσωστρέφεια, κινδυνεύει εκ των έσω, από το εικονικό χρήμα, τους καιροσκόπους, τα τοξικά ομόλογα. Και η κατάσταση πλέον δεν ελέγχεται. Η ισορροπία είναι εύθραυστη. Σε αυτό το σύστημα έμπλεξε αφρόνως και η χώρα μας.
Ο έλεγχος λοιπόν γίνεται πλέον με άλλο τρόπο. Το σύστημα Κατοχής αγορών, κρατών, λαών λειτουργεί όπως ο διάολος. Αν του ζητήσεις του βλαμμένου ένα ποτήρι νερό, θα σου δώσει νερό κουβάδες. Μετά όμως θα απαιτήσει να του επιστρέψεις βαρέλια. Έτσι και οι καπιταλιστές: Σου δανείζουνε όσο θέλεις. Και να μην θέλεις, σου δίνουν απλόχερα. Να αγοράσεις όμως τί; Πρώτα λοιπόν σου δημιουργούν ανάγκες. Ο άνθρωπος έχει επιθυμίες υλικές, οι οποίες ικανοποιούν το Εγώ του: σπίτια, αυτοκίνητα, χίλια δυο ηλεκτρονικά χαζοκούτια, λούσα, διακοπές, άρτος και θεάματα, κενοδοξία, εξουσία, ωραιοπάθεια, φιλαργυρία, φιληδονία. Έτσι, προηγείται ο εκμαυλισμός, ο έλεγχος Νου και Συνειδήσεων μέσω τηλεόρασης, κινηματογράφου, διαδικτύου κλπ. Από το δικό μας μέρος τον χορό σέρνουν νερόβραστοι, αγράμματοι, ανιστόρητοι, λαϊκιστές πολιτικοί, έτοιμοι να τα «δώσουν όλα» στον λαό, ώστε να ισχυροποιηθούν οι ίδιοι στην εξουσία. Έτσι, τα τοκογλυφικά δάνεια γίνονται βουνά, και μετά αναγκαστικά ξεπουλάμε τη χώρα, τα σώβρακα και την αξιοπρέπειά μας.
Το ελληνικό πρόβλημα είναι κατά βάσιν πρόβλημα θεσμών, και αυτό είναι θέμα χαρακτήρα. Ο Έλληνας είναι ατομιστής. Συνέβαινε και στην Αρχαιότητα. Οι Αρχαίοι μας ποτέ δεν συμφώνησαν να κάνουν κράτος. Τους ένωσε με τη βία ο Μ. Αλέξανδρος. Αλλά και στο Βυζάντιο, προς το τέλος το κράτος είχε γίνει χίλια κομμάτια. Ο ατομισμός έσωσε τους Έλληνες στην Τουρκοκρατία, καθώς ώθησε το εμπορικό τους δαιμόνιο, ώστε να αποκτήσουν πλούτο και γνώση, και να φθάσουν στο 1821. Στην αρχή όμως του Αγώνα ο ατομισμός κατέστρεψε την Επανάσταση με τον εμφύλιο. Οι ήρωες του ’21 ελευθέρωσαν την Ελλάδα, αλλά δεν ήξεραν και δεν ήθελαν να οργανώσουν το κράτος. Και τον Καποδίστρια που ήξερε τον δολοφόνησαν, ώστε να μπορούν μετά να τσακώνονται μεταξύ τους. Έτσι, γίναμε φέουδο. Από τότε ώς σήμερα ο Ελληνισμός παραπαίει ανάμεσα στον ατομισμό, όταν τα πράγματα πάνε καλά, και το φιλότιμο, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν, όπως το ’40. Ο Έλληνας είναι ανυπάκουος και ατομιστής, είναι όμως ευαίσθητος για τον αδύναμο συνάνθρωπο, στα δύσκολα πονά τη χώρα και θυσιάζεται, και δείχνει φιλότιμο και αλληλεγγύη.
Μετά τη Μεταπολίτευση όμως χάθηκε και το φιλότιμο. Καθένας για την πάρτη του, και πρώτοι από όλους οι πολιτικοί. Τα δάνεια πέφτουν σε βαρέλι δίχως πάτο, παραγωγή και ανταγωνιστικότητα μηδέν. Οι επιλογές μας, όπως και του Ηρακλή είναι δύο: Νέα δάνεια, άρα υποτέλεια και εκποίηση της χώρας, ή έξοδος από ΔΝΤ και ΕΕ. Το πρώτο είναι εύκολο, αλλά οδηγεί στην απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας, το δεύτερο δύσκολο, αλλά επιτρέπει την κυριαρχία του λαού πάνω στη χώρα. Βέβαια, πολλοί θεωρούν τη δύσκολη επιλογή καταστροφική, αλλά αυτό συμβαίνει, είτε επειδή δεν μπορούν να σκεφθούν αλλιώς, είτε επειδή δεν τους συμφέρει, καθώς θα χάσουν τις καρέκλες. Η κυβέρνηση επέλεξε την πρώτη πρόταση –και η μείζων αντιπολίτευση δεν είπε κάτι πραγματικά διαφορετικό. Φοβάμαι όμως πως και ο λαός το ίδιο διαλέγει. Μπορεί να φωνάζουν οι «Αγανακτισμένοι» στο Σύνταγμα, μπορεί να βρίζουμε όλοι τους πολιτικούς, αλλά το πρόβλημα δεν είναι ποιος δημιούργησε το πρόβλημα, αλλά τί κάνουμε τώρα. Δηλαδή, αν γινόταν δημοψήφισμα, «ΔΝΤ με δάνεια δεκάδων δις, ή δραχμή και μεγάλες στερήσεις», ο λαός φοβάμαι πως θα διάλεγε το ΔΝΤ. Δεν είναι καιρός για δύσκολα. Εκτονωνόμαστε για τα χάλια μας, γιουχαΐζοντας τους πολιτικούς, αλλά στο διά ταύτα κάνουμε το ίδιο. Αρνούμαστε τους όρους του ΔΝΤ, αλλά δεν έχουμε την τόλμη να αντέξουμε την ανέχεια που θα ακολουθήσει. «Και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος» δεν γίνεται. Από φωνές και γιούχα, αλλά και από σοσιαλιστικές και δημοκρατικές παρόλες χορτάσαμε.
Προσωπικά, επιλέγω την ανεξάρτητη πορεία μας, χωρίς οικονομικές εξαρτήσεις. Θέλει κότσια, φιλότιμο, αυτοπειθαρχία, σεβασμό στον Συν-΄Ελληνα και τους θεσμούς. Και προπαντός να κάνουμε καθένας τον «βλάκα», κόντρα στο ρεύμα, κόντρα στο πνεύμα της λαμογιάς, από όπου και να προέρχεται. Ναι, αν δεν αποφασίσει καθένας μόνος του να κάνει το σωστό για τη χώρα και τον γείτονα, ποτέ δεν θα κάνουμε χώρα. Χρειαζόμαστε όμως και ηγέτες πολιτικούς. Τα μεγάλα κόμματα απέδειξαν ότι δεν έχουν εμπνευσμένα στελέχη που να νοιάζονται για τη χώρα. Το Πασοκ βούλιαξε από τα τρωκτικά της «γενιάς του Πολυτεχνείου», ενώ η Λαϊκή Δεξιά παράγει στείρο λαϊκισμό.
Η μόνη ελπίδα είναι η Αριστερά αλλά και η Εκκλησία. Αυτοί είναι οι μοναδικοί πόλοι που μπορούν να παράγουν σήμερα πολιτικό λόγο. Η Αριστερά όμως ομφαλοσκοπεί, έχει γίνει χίλια δυο παραμάγαζα, παραμένει είτε κολλημένη σε σταλινικά φαντάσματα είτε σε ατελέσφορες κουλτουριάρικες συζητήσεις. Από την άλλη, η Εκκλησία κατάντησε εκκοσμικευμένος ηθικολογικός θεσμός, καρικατούρα της Εκκλησίας του Χριστού, και πλέον δεν έχει να πει τίποτε. Καλύπτει ψυχολογικά κενά, αλλά δεν σώζει, ούτε δίνει μια διέξοδο πνευματική, άρα και πολιτική, στη χώρα. Οι δεσποτάδες βαρύγδουποι (με λίγες εξαιρέσεις) βαυκαλίζονται με τις πρωτοκαθεδρίες και πιπιλίζουν καλά λόγια για Χριστούληδες κι αγίους, ενώ οι μοντέρνοι θεολόγοι χάνονται στη μεταφυσική θολούρα. Παλικάρια υπάρχουν, αλλά αυτοί πετάγονται στο περιθώριο.
Ας ζητιανέψουμε λοιπόν να μας δώσουν καμιά ελεημοσύνη, μπας και πορευτούμε λιγουλάκι κι εμείς οι καημένοι ζητλαραίοι. Το αντίτιμο βέβαια είναι βαρύ. Οικονομική, άρα και εθνική υποτέλεια. Ευτυχώς ο Περικλής μάς άφησε και την Ακρόπολη, ευτυχώς έχουμε και ήλιο και νησιά. Δεν δίδαξαν όμως αυτό οι Αρχαίοι μας, ούτε και οι Βυζαντινοί. Ο μέγας Θουκυδίδης μάς άφησε διαχρονική παρακαταθήκη: «Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δε ελεύθερον το εύψυχον». Δηλαδή, η ευτυχία εξασφαλίζεται από την ελευθερία. Η δε ελευθερία από την ευψυχία, το θάρρος να πολεμάς για τη χώρα. Σήμερα δεν είναι ανάγκη να πέφτουν κορμιά στα βουνά της Αλβανίας. Ο εχθρός μάς πολεμά οικονομικά. Με τα ίδια όπλα θα πολεμήσουμε κι εμείς: Να φύγουμε από το στημένο τοκογλυφικό παιχνίδι τους. Απλότητα και λιτότητα στην καθημερινότητα, παραγωγή, αλλά πάνω από όλα αυτοσεβασμός και υπακοή ελεύθερη στους θεσμούς, δηλ. συλλογικότητα. Θέλει τόλμη και μεγάλη υπομονή.
Πού να τρέχεις όμως τώρα και να ζορίζεσαι; Ο διάολος παρακαλά να μας δώσει κουβάδες νερό. Ξέρει κι αυτός και η ΕΕ, ότι αν δεν μάς δώσουν μπόλικο πράμα, θα μας χάσουν και θα χαθούν. Ας ανάψουμε λοιπόν κεράκι στο άγιο ΔΝΤ, την οσία ΕΕ και την προφήτιδα Μέρκελ. Ο διάολος στρώνει δρόμο για τον αντίχριστο. Το πράγμα είναι ολοφάνερο. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς προφήτης. Ξεχάστε τον τράγο και τα κέρατα. Ο αντίχριστος θα φορά κοστούμι και γραβάτα, θα μοιράζει πακέτα δις ως σωτήρας με ένα πλατύ χαμόγελο, και θα ζητά μόνο την ψυχή σου, που κάποιοι λένε μάλιστα πως δεν υπάρχει, και οι Έλληνες ως λαός φαίνεται δεν έχουμε. Πουλάμε την ψυχή μας «αντί πινακίου φακής». Η ψυχή εκάστου ανθρώπου όμως δεν αξίζει όσο όλος ο κόσμος. «Τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;». Ποιος να ακούσει τώρα τον Ναζωραίο; Εδώ χανόμαστε… Μην απορούμε όμως σε 30 χρόνια, αν τα παιδιά μας μάς καταρώνται. Θα πληρώσουν τα σπασμένα. Αντί να θυσιαστούμε εμείς, φορτώνουμε τη θυσία για τα χάλια μας στα παιδιά μας. Ο Θεός να βάλει το χέρι του. Μόνον ένας Θεός μάς σώζει. Αλλά και ο Θεός δεν σώζει, αν δεν το θέλεις. Ελλάδα λοιπόν χωρίς ψυχή, χωρίς Θεό. Έχω την αίσθηση ότι ο αντίχριστος ξεκίνησε να πελεκά τον κόσμο από την Ελλάδα…




























