Συμβαίνει τώρα
Αρχική > Ποντιακά > Πανδημία (ο Γουρζουλάς) και η αντιμετώπισή της στον Πόντο – Του Μωυσιάδη Παναγιώτη

Πανδημία (ο Γουρζουλάς) και η αντιμετώπισή της στον Πόντο – Του Μωυσιάδη Παναγιώτη

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email






Με αφορμή την παγκόσμια πανδημία  του κορωνοϊού που ενέσκηψε σε όλες τις χώρες του κόσμου, είναι ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε  αντίστοιχη εμπειρία, που έζησαν οι πρόγονοί μας  στη δεκαετία του 1840 στην ιστορική μας πατρίδα, τον Πόντο.

Πρόκειται για τη  δεύτερη λοιμώδη επιδημία της  πανώλης – πανούκλας -χολέρας ή γουρζουλά στα ποντιακά.                                                                                                                                                   Η πανώλη  ήταν μια  οξεία λοιμώδης νόσος,  που προκαλούνταν από τον λεγόμενο  βάκιλο του Γερσίν΄΄  και μεταδίδονταν όπως ο κορονοιός ακόμα και με τα σταγονίδια.. Προκαλούσε τα ίδια συμπτώματα, όπως υψηλό πυρετό με αιμόπτυση , πνευμονία και τέλος σηψαιμία. Η λέξη πανώλη όπως και ο κορονοϊός ήταν ελληνική  από το ( πάν ) και το (νόσος)                                           Η πανδημία αυτή ήταν γνωστή με τον όρο  ΄΄ ασιατική χολέρα ΄΄  και απλώθηκε γρήγορα σε όλη τη δύση μετά το 1830. Παρουσίαζε έξαρση  στην καλοκαιρινή περίοδο και εξασθενούσε  στη χειμερινή.

Η πρώτη επιδημία εμφανίστηκε σε περιορισμένο βαθμό το 1811, ενώ η δεύτερη  εμφάνιση πήρε χαρακτήρα πανδημίας, γιατί μεταφέρθηκε  στις περιοχές  ολόκληρου του Πόντου μέχρι και την Σεβάστεια.   Μεταφέρθηκε το 1845  με τα ευρωπαϊκά καράβια, που μετέφεραν διάφορα προϊόντα κυρίως λάδι, ελιές, σαπούνι, πετρέλαιο κ.τ.λ. Βαθμιαία απλώθηκε σ’ όλη την οθωμανική αυτοκρατορία, γιατί δεν  πάρθηκαν μέτρα κατά της ελεύθερης  κυκλοφορίας.                                                                                                                                Κύριο μέσο διάδοσης της ασθένειας  αποτέλεσαν οι αρουραίοι και οι ψήλοι,   δύο οργανισμοί, που αφθονούσαν εκείνη την εποχή στην Πόλη και στην Τραπεζούντα.

Οι  Πόντιοι της Τραπεζούντας μόλις παρουσιάστηκε ο Γουρζουλάς  επέστρεψαν στα χωριά τους για να προφυλαχτούν, με αποτέλεσμα να μεταφέρουν την ασθένεια σε όλα τα χωριά της ευρύτερης  ποντιακής περιφέρειας..

Τα μέτρα αντιμετώπισης της ασθένειας για τα κοινωνικά δεδομένα εκείνης της εποχής υπήρξαν σκληρά, αφού οι δημογεροντίες των χωριών αποφάσιζαν την εκδίωξη  και την απομόνωση των αρρώστων  κυρίως σε απόμακρες  καλύβες ή και μεγάλες σπηλιές  πάνω στα βουνά .Τον επισιτισμό των ασθενών αναλάμβανε η κάθε οικογένεια, που μετέφερε τα τρόφιμα προς το μέρος της απομόνωσης την ΄΄ Σπιναλόγκα ΄΄ της εποχής.                                                   Μια δεύτερη αντιμετώπιση ήταν να αφήνουν τους ασθενείς με την γιαγιά στο σπίτι και να  φεύγει όλο το χωριό στο βουνό.  Οι τούρκοι ως μοιρολάτρες  του κισμέτ’ αντιμετώπιζαν τις συνέπειες  χωρίς να πάρουν κανένα μέτρο, γιατί πίστευαν, πως ο θάνατος από λοιμό τούς στέλνει στον παράδεισο.

Ο  λόγιος, Παντελής Μελανοφρύδης από τη Άδυσσα,  σε μια ιστορική του αναφορά  για τον Γουρζουλά, μας λέει ότι αυτός εμφανίστηκε στο Μεσοχάλδιο και στη Ματσούκα το 1830.                       << Οι κάτοικοι του χωριού μας  οι Αδυσσενοί , κατέφυγαν εις τα δάση, Το χωριό ερημώθη και οι χωρικοί με τα ζώα των και μερικά σκεπάσματα και τρόφιμα  κατασκήνωσαν εις την τοποθεσίαν  Πλάτων.  Μια γριά, η Σουγκουρίνα ,αρρώστησαν και τα έξι  αγόρια της  και παρέμεινε η χαροκαμένη μάνα  να τα περιποιηθεί . Και τα έξ’ απέθαναν και η δυστυχισμένη μητέρα εφορτώνετο τα πτώματα  και τα έθαβε εις τον πλησίον κήπον της. Η ίδια επέζησε>>.

Μία αντίστοιχη καταγραφή μας καταθέτει ο  Σανταίος ιστορικός,  Ευστάθιος Αθανασιάδης.  στα ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ περιγράφοντας με λεπτομέρεια, πώς φαντάζονταν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή τον θανατηφόρο Γουρζουλά.

<< Όταν εντώκεν ο γουρζουλάς ση Σάνταν,  τη Γολιδούς ο Παναέτες με τη γραίαν ατ’,  τη Σουμέλαν τη πάρδονος , όντες ετέρεσαν  ο γουρζουλάς γριλεύ’ , εκλείδωσαν τ’ οσπίτ’ν ατούν,  επέραν ήντιαν φαϊστικά  και σκευικά είχαν και επήγαν σ’ έναν σπέλεν γαρσί σο χωρίον.  Ο γέρον κάποτε εκατήβεν ‘ς σο οσπίτ’ ,  τερεί η πόρτα κλειδωμένον  το μαντρίν κλειδωμένον και τ’ οσπίτ’ καπνίζ’…  Ένοιξεν την πόρταν, εσέβεν απέσ’, κα’ννάν κ’ εύρεν ασά πράγματα τιδέν ‘κ’ ετριαλίεν, μανάχον σ’ άψιμον καικά είδεν έναν χαλπάν ξυμητόν  άθρωπον, να εμπαίν απές  άμον εξωτερικόν. Το γαλπάχν ατ’ ξιμυτόν εντούνεν σα δόκια.                       Τα λώματα τ’ κουρκουντέλια, το μυτίν ατ’ καγάν, τα γένια τ’ άμον τσάρια και τ’ ομμάτια τ’ άμον γογγύλια.  -Παναϊα ,  είπεν, αούτος τη γαϊδιάρ’ ο γιόν απόθεν έν’;  Καμμίαν νουνίεις,  έν’ ο Γουρζουλάς; >>

Δεν γνωρίζω, αν ο ευμαθής δάσκαλος της Σάντας είχε δει την προσωποποίηση της πανώλης  όπως αυτή δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες της δύσης την ίδια εποχή. Αλλά η περιγραφή του είναι πανομοιότυπη.. όπως φαίνεται και στη φωτογραφία.( φωτ .Πανώλης  στη δύση)

Η συγγραφέας, Γιώτα Ιωακειμίδου, στο Βιβλίο της ΄΄  ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΝΟΣΤΟΣ΄΄ μας περιγράφει με λεπτομέρεια, πώς περιέθαλπαν οι συγγενείς τους  αρρώστους  στο χωριό Κόβ’ Τεπέ της Σεβάστειας.

Το στήριγμα από το οποίο αντλούσαν δύναμη οι απλοϊκοί  άνθρωποι της εποχής εκείνης ήταν η πίστη στο Θεό και στους αγίους στους οποίους ο καθένας ξεχωριστά αλλά το κάθε χωριό έκανε κάθε βράδυ λατανίες και αγρυπνίες.                                                                                                 Οι κάτοικοι της περιοχής Ματσούκας έβρισκαν καταφύγιο  στα τρία μεγάλα μοναστήρια τους.                                                                                                                                                                               Το 1796,  γράφει ο Θεοδόσης Κυριακίδης στην εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού Ελληνισμού,  χτύπησε η  πάλι η πανώλη τοπικά και οι Τραπεζούντιοι  πήγαν στο μοναστήρι του Άγιου Γεώργιου του Περιστερεώτα .Μολύνθηκαν όλοι οι μοναχοί και πέθανε  ο ηγούμενός της Γερβάσιος και ένας ακόμα μοναχός.                                                                                                                        Στα χωριά της  Αργυρούπολης όπως στην Τσίτη, στο Καρμούτ’ και σε πολλά άλλα πίστευαν, πως τον Γουρζουλά τον νίκησε ο Άγιος Θεόδωρος, ενώ σε άλλα ο Άγιος Δημήτριος ή ο Άγιος Γεώργιος.                                                                                                                                                                        Για να δούμε ,πώς περιγράφει ο Ιωάννης Αβραμάντης στα ΄΄Χρονικά του Πόντου΄΄                                την ήττα του Γουρζουλά  από τον Άε- Θόδωρο.

<< Ας σην Τσίτεν, όντες πάς σην Άρδασαν ,αφκά ση Σανού, το έλεγαν, κι απάν ση στράταν ‘ετον έναν τρανόν πλακίν κι απάν σο πλακίν έναν πλουμίν, άμον αλοού ποδαρόπον.                                 Ας σο ποτάμ’ κ’ εκείμερέαν πα έτον έναν παρεκκλησόπον, τ’ Αε-Θόδωρονος.                                    Εκείνο η ποδαρέα , έλεαν, έτον τ’ Αε-Θοδώρ’ τ’ αλοού. Εκεί σο  πλακίν απάν’ Αε-Θόδωρον επρόφτασεν με τ’ άλοον ατ’ κ’ εσκότωσεν  τον Γουρζουλάν …!>>

Στο χωριό Καρμούτ’ της Αργυρούπολης  οι κάτοικοι έκαναν όλο το βράδυ αγρυπνία στην εικόνα του Άε –Θόδωρα  και την άλλη ημέρα  δεν αρρώστησε κανένας . Προς τιμήν του Άε Θόδωρου έχτισαν την εκκλησία πάνω στο λόφο του χωριού στο σημείο, όπου πίστεψαν ότι ο άγιος σταμάτησε την αρρώστια ..                                                                                                                        Οι καρμουτλήδες για να δοξάσουν τον άγιό τους έχτισαν μεγαλοπρεπή εκκλησία προς τιμήν του, η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα.  Εικ. (Εκκλησία Καρμούτ.)

Η  ηχηρή και ευρέως διαδεδομένη λέξη  Γουρζουλάς  αιτιολογείται από τον Παντελή Μελανοφρύδη ως εξής:  Το πρώτο συνθερικό της λέξης είναι το ΄΄ (α)  γούρ’ και το δεύτερο  είναι από το ρήμα ΄΄ ζουλώ΄΄ ζουλίζω –στρέφω ανάποδα. Καταβάλλω επί αρρώστιας ..  Εζούλτσεν ατόν το συνάχ’..  Μια προνοητική έκφραση  πολύ αντιπροσωπευτική για τον κορονοϊό.  ( εζούλτσε ‘μας ο κορονοϊόν.)  Δηλαδή Γουρζουλάς ο καταβάλλων, ο εξασθενών , και κατ’ επέκταση ο  επιφέρων τον θάνατο.   Συνεχίζοντας μας επεξηγεί, ότι  οι λέξεις  α(γούρ)-ζουλάς  η ασθένεια των άγουρων ανδρών.  Η ασθένεια κτυπούσε περισσότερο τους άνδρες..

Στο χωριό μου, το Ανατολικό, υπήρχε το παρατσούκλι ΄΄  ο γούρον΄΄  το οποίο χαρακτήριζε υψηλό και σωματώδη άντρα.   Την ίδια αναφορά κάνει και ο Μελανοφρύδης με το δημοτικό τραγούδι, που διασώζει:                                                                                                                                 ΄΄ Έχεις τη δράκ’  τη δύναμιν και τη γουργούρ’ τ’ ωμίτζια .΄΄

Η λέξη μετά την επιδημία στην ποντιακή  γλώσσα   έγινε  μνημείο λόγου και φιλοσοφικών εννοιών όπως:  Ο Γουρζουλάς τριγυροκλώσκεται τ’ αμπάρ’ = υπονοώντας τον ερχομό του, φαντάζονταν ότι κρύβονταν στα τρόφιμα.  Φράσεις όπως: Γουρζουλάν απέσ’ ισ’  = σκάσε σώπα,   Γουρζουλόσπαχτε= ο έχων πολύ χιούμορ’.  Γουρζουλάν να τρως = ύβρη για τον ανάξιο φαγητού, Γουρζουλάν να γίνεται =να φας φαρμάκια, έλα γουρζουλάγ’= πρόσκληση σε φαγητό με επιφύλαξη. Γουρζουλιάουμαι = Τρώγω φαρμάκια,                                                                     να τρώει ‘σε ο Γουρζουλάς= όπως να σε φάει ο λύκος ή που να σε πάρει η ευχή.                                                                                                                         Ακόμα και ανέκδοτα, όπως το παρακάτω, γράφτηκαν για τον Γουρζουλά:                                                      << Την γαρήν είπαν ατέν ΄΄ ο Γουρζουλάς παιδία μοιράζ’ ΄΄                                                                                     –    Τ’ εμά μη παίρ, είπεν,  και τ’ εκεινού λαζούμ’ ‘κ’ είναι…!  >>

Ποιος μπορούσε να προβλέψει πως η σύγχρονη ανθρωπότητα θα αναλωθεί σε πολεμικούς πυρηνικούς εξοπλισμούς, που μπορούν να αφανίσουν τον άνθρωπο  εκατοντάδες φορές από τον όμορφο και μοναδικό πλανήτη, τη γη, και να φανούν αδύναμα σκουλήκια, ανήμπορα σκαθάρια, και δηλοί ικέτες μπροστά σ’ έναν ιό, που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.  Ένα είναι βέβαιο: πως οι πρόγονοί μας  πριν 200 χρόνια μπόρεσαν βιολογικά και ψυχολογικά να εξευμενίσουν και να καταπολεμήσουν  τους ιούς της εποχής με την πίστη και τη στροφή στη φύση.                                                                                                                                         Σήμερα η ανθρωπότητα δυστυχώς συλλαμβάνεται ανίσχυρη και φοβική να αντιμετωπίσει  τον  ύπουλο άγνωστο εχθρό, που την απειλεί..                                                                                                       Οι αδαείς προγονοί μας προσωποποίησαν το Γουρζουλά με την εικόνα του χάρου.

Η σύγχρονη επιστήμη  παρακολουθεί τον κορονοϊό με φόβο και  δέος , ανήμπορη να παρέμβει αποτελεσματικά.  Για μια ακόμη φορά επαληθεύεται η ρήση, πως η ιατρική επιστήμη βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία…..

 

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email

Στείλε μας Φωτογραφίες, Μηνύματα και Καταγγελίες στο ptolemeos@e-ptolemeos.gr
kotzampasis

Συντάκτης: Παναγιώτης Μωϋσιάδης