Γράφει η Λουκρητία
Πότε δικαιώνεται μια επέτειος, όπως αυτή της απελευθέρωσης της Κοζάνης (11 Οκτωβρίου); Μα κάθε φορά που πέφτει καθημερινή και όχι Σαββατοκύριακο!
Για να τη γιορτάσεις όμως και να την απολαύσεις όπως της πρέπει, θα πρέπει να δώσεις και συ τη δική σου μάχη για να βρεις… απελευθερωμένη καρέκλα, σε κάποιο απ΄ τα καφέ της πόλης. Διότι, και για να μην κρυβόμαστε πίσω απ΄ το δάχτυλο μας, εκεί γιορτάζεται επί της ουσίας η κάθε επέτειος. Με καφέ και πολύ κουβέντα…
Η οποία κουβέντα φέτος, θα πρέπει να ομολογήσω πως εκτός από απολύτως επίκαιρη ήταν και πολύ αγχωτική καθώς ναι μεν ξεκίνησε απ΄ τη διαπίστωση πως «κοίτα να δεις! Πέρασαν κιόλας 99 χρόνια από τότε που απαλλαγήκαμε απ΄ τον τουρκικό ζυγό» και αμέσως συνεχίστηκε με το ερώτημα «άντε να δούμε τώρα το πώς θα απαλλαγούμε απ΄ τον οικονομικό ζυγό;».
Κάπου εκεί φυσικά έπεσαν και τα σχετικά κοσμητικά επίθετα για τους 300, όχι του Λεωνίδα που δικαιώθηκαν έτσι κι αλλιώς και ιστορικώς αλλά και κινηματογραφικώς, αλλά της Βουλής. Το τι αγάπη τρέφει πλέον προς αυτούς όλους ο ελληνικός λαός, δεν θα το πιστέψετε. Τόση και τέτοια αγάπη που αν περνούσε κάποιος απ΄ αυτούς θα του σκοτώνονταν ποιος να του πρωτοχαραχωρήσει όχι απλώς την, ούτως η άλλως περιζήτητη, καρέκλα του, αλλά και το τραπέζι ολόκληρο. Μόνο που φοβάμαι, απ΄ ό,τι κατάλαβα απ΄ τα συμφραζόμενα της παρέας μου, πως θα το χρησιμοποιούσαν το τραπέζι ως… χειρουργικό για να του κάνουν μια εγχείρηση πάνω απ΄ τα ρούχα και χωρίς αναισθητικό!
Άστο καλό σας. Ανατρίχιασα και μόνο που το θυμήθηκα, αλλά δεν είναι κακό ως ιδέα. Καθόλου κακό!
Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά όμως ξέχασα να σας πω πώς βρήκα την πολυπόθητη καρέκλα για να πιω έναν καφέ.
Φεύγοντας απ΄ το σπίτι και ακουμπώντας στην κατά γενική ομολογία υπέροχη μύτη μου, τύπου Κλεοπάτρας, τα reydan γυαλιά μου, αγορασμένα επί των καλών ημερών που λεφτά όντως υπήρχαν και δεν προσέφευγες στο πρώτο περίπτερο ή τον πρώτο τυχόντα κινέζο ή αφρικανό μικροπωλητή, ήμουνα σίγουρη πως καρέκλα θα βρω. Κάτι σαν Γιώργος Παπανδρέου δηλαδή, όταν έλεγε το «λεφτά υπάρχουν». Μόνο που εγώ το πίστευα, ενώ αυτός μάλλον μας δούλευε.
Και εκεί την πάτησα! Διότι υπήρχαν άλλοι που είχαν στρατηγικό σχέδιο, μελετημένο και άρτια οργανωμένο. Τη γιαγιά στην παρέλαση, να χειροκροτήσει το εγγονάκι και να δακρύσει, άσχετα αν μέχρι να χειροκροτήσει το σωστό, έκλαψε στη θέα καμιά δεκαριά άλλων που του έμοιαζαν, και ο μπαμπάς στο καφέ, ξαπλωμένος στις καρέκλες, διότι «συγγνώμη, περιμένουμε κόσμο και η καρέκλα μας χρειάζεται».
Και συ, η χαλαρή και χωρίς διαθέσιμη γιαγιά, να γυρνάς από τραπέζι σε τραπέζι και μέχρι να βρεις κάπου να μπαστακωθείς, να έρχεται ο κατά τα άλλα ευγενής σερβιτόρος και να σε ρωτά: «Θα θέλατε να σας πούμε και τι έχουμε για δείπνο;».
Άσε μας ρε παιδάκι μου. Εγώ για έναν καφέ βγήκα, δεν θα μου βγει ο κούκος αηδόνι!
Δεν απελπίζομαι όμως. Να που είναι η 28η Οκτωβρίου και αν δε βγω εγώ απ΄ τις 27 να πιάσω τραπέζι, να μη με λένε Λουκρητία!
































