Γράφει:
Η Χρυσάνθη Νικολαΐδου – Θραψανιωτάκη
Καθηγήτρια – Φιλόλογος
Εννοείται βέβαια οι κυβερνήσεις των τελευταίων 60 ετών. Οι οποίες με τις απρόβλεπτες και ανεύθυνες επιδοτήσεις προς τους αγρότες, άλλαξαν την όψη του αγροτικού κόσμου και τον οδήγησαν εις τον δρόμο των έκτοτε απαιτήσεων και ενίοτε συγκρούσεων με το κράτος διά περισσότερες διευκολύνσεις και οικονομικές ενισχύσεις.
Με άλλα λόγια, το ίδιο το κράτος έχει αποθρασύνει τον αγροτικό κόσμο προς ζημία του ίδιου του κράτους αλλά και του άλλοτε αξιοπρεπούς αφέντη, έλληνα αγρότη.
Το πιο σοβαρό που συνέβη τα τελευταία χρόνια όσον αφορά τον αγροτικό κόσμο είναι η εξαφάνιση της φυσιογνωμίας του.
Μία φυσιογνωμία με καθαρά χαρακτηριστικά και πάγιες αξίες και πρωτεύον χαρακτηριστικό την διάθεση και την δύναμη της ψυχής να αντεπεξέρχονται στις δυσκολίες της ζωής.
Έτσι βλέπαμε και θαυμάζαμε τους αγρότες και έτσι ταυτίζαμε προσωπικά την ζωή μας μαζί τους.
Έτσι ταυτίστηκε ένας μεγάλος αριθμός παιδιών που επιβίωσαν στον αγώνα της ζωής με μπροστάριδες εις τις αγροτικές καλλιέργειες τους γονείς τους μέχρι την δεκαετία του 60.
Τότε οι αγρότες έδειχναν να ξεύρουν γιατί ήσαν αγρότες και ήξευραν τα όρια και τους όρους να είναι αγρότες.
Εγνώριζαν ότι οι έμποροι δεν ξεγελιούνται και εφρόντιζαν ώστε η ποιότητα της παραγωγής τους να είναι άριστη.
Ήξευραν τους κανόνες της καταγωγής και της τάξης τους.
Δεν υπήρχαν τότε βίλες στα χωράφια, παρά μόνον αγροικίες πρόχειρα κατασκευασμένες ή τούβλινες, δηλαδή στην καλύτερη των περιπτώσεων υποδομές ή κατασκευές με τσιμεντόλιθους, ικανές εντούτοις, στην έκταση των τριάντα τετραγωνικών μέτρων να φιλοξενήσουν την οικογένεια με τα πολλά παιδιά – εργατικό δυναμικό το καλοκαίρι, και τον χειμώνα ένα μέρος της παραγωγής.
Οι αγρότες ήξευραν τότε τους κανόνες και κυρίως να εργάζονται σηκώνοντας ολόκληρο το βάρος των αναγκών που εχρειάζοντο διά να ζήσουν την οικογένεια τους.
Καλλιεργούσαν εκτός από σιτηρά, όσπρια, φρούτα και λαχανικά. Με ιδιαίτερη προτίμηση πάντοτε τον καπνό και το βαμβάκι.
Οι αγρότες τότε, γνωρίζοντας γιατί καλλιεργούσαν, καθώς είχαν να σπουδάσουν και να αποκαταστήσουν τα παιδιά τους δεν το έβλεπαν φρόνιμο να διαθέτουν χρήματα της αγροτικής παραγωγής διά την απόκτηση βίλας στους αγρούς ή δια την αγορά τρακτέρ Lamborgini.
Ήξευραν γιατί ήταν αγρότες. Και αυτό που μας ξαφνιάζει περισσότερο σήμερα είναι η αλλοίωση αυτής της δύναμης της ψυχής τους. Υπήρχε απόλυτη καθαρότητα ως προς τους στόχους που τους έκαναν να υπηρετούν την γη.
Τότε, αγρότης που δεν μπορούσε να ζήσει από την παραγωγή του, όταν η εργασία δεν του εξασφάλιζε δηλαδή την επιβίωση, είναι σίγουρο ότι θα έψαχνε αμέσως να βρει να καλλιεργήσει ένα άλλο προϊόν, είτε ρόδια ήταν αυτά, είτε φακές, είτε γαϊδουράγκαθα. Ήξευρε, βέβαια ότι το παιχνίδι της ζωής ήταν δύσκολο και ότι έπρεπε εις αυτόν τον αγώνα να είναι νικητής, αυτός και η οικογένειά του.
Σήμερα, έτσι που οι πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών εδούλεψαν ανθελληνικά και αντιευρωπαϊκά δημιουργώντας νέες συνθήκες και πρωτόγνωρες καταστάσεις, αδυνατούμε πολλές φορές να κατανοήσουμε, πως αυτή η υπερήφανη φάρα «μεταλλάχθηκε» πως χρόνο με τον χρόνο αρκείται αδιάντροπα και ασύστολα να συστήνει «μπλόκα» δια να απαιτήσει «επιδοτήσεις».
Οι αγρότες απανταχού της Ελλάδος, τότε που δεν υπήρχαν αποζημιώσεις και κρατικές ενισχύσεις, ήσαν σε απ’ ευθείας διάλογο με την ζωή και είχαν την ζωή τους στα χέρια τους.
Αδιάφοροι και σε πλήρη αντίθεση με πολιτικές και πολιτική.
Οι αγρότες μέχρι την δεκαετία του 60, ήσαν υπερήφανοι «καπεταναίοι» του μόχθου και του αδούλωτου πνεύματος.
Απροσκύνητοι σε κάθε είδους κεφάλαιο, κουμανταδόροι της ζωής τους, πρωταγωνιστές στην ζωή της χώρας τους.
































