Αρχική > Αρθρογραφία > Πού μπορεί να φτάσει η Νέα Δημοκρατία; – Γράφει ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος

Πού μπορεί να φτάσει η Νέα Δημοκρατία; – Γράφει ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος

Κοινοποιήστε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email
Print this page
Print

 

Έχει ταβάνι η Νέα Δημοκρατία; Αυτό ήταν ένα από τα ερωτήματα που συζητιόταν στα πηγαδάκια μεταξύ των συνέδρων του 11ου τακτικού Συνεδρίου. Από το 2007 και μετά η ΝΔ κινείται πολύ μακριά από το 40% που προσφέρει σίγουρη αυτοδυναμία, ενώ από το 2012 δείχνει κολλημένη κάτω από το 30%. Τα δεδομένα αυτά είναι λογικό να δημιουργούν την ανησυχία ότι υπάρχει ένα ταβάνι, που η Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να ξεπεράσει, με δεδομένη την κεντροαριστερή πλειοψηφία των Ελλήνων εκλογέων. Η ιστορία όμως δίνει ερεθίσματα για σκέψη.

Κάθε 15 χρόνια η Νέα Δημοκρατία ξεπερνά το 45%. Αυτό συνέβη στις πρώτες εκλογές που συμμετείχε το 1974 με επικεφαλής τον ιδρυτή της, Κωνσταντίνο Καραμανλή, και πήρε 54,37%. Αυτό συνέβη και 15 χρόνια αργότερα με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, όταν στις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις των ετών 1989-1990 έφτασε το 47%, αλλά και το 2004 όταν ο Κώστας Καραμανλής εξελέγη με 45,36%.

Όχι, δεν υποστηρίζω ότι η Νέα Δημοκρατία στις εκλογές που αναμένεται να γίνουν το 2018 ή το 2019 θα πάρει 45% επειδή τόσο πήρε πριν 15, 30 και 45 χρόνια. Υποστηρίζω ότι, παρά την υπεροχή της Αριστεράς στην Ελλάδα, μπορεί να φτάσει σε ποσοστά άνω του 40%, κοινώς ότι δεν υπάρχει ταβάνι, αρκεί να συντρέξουν οι προϋποθέσεις που συνέτρεξαν το 1989 και το 2004. Μιας και οι εκλογές του ’74 δεν είναι συγκρίσιμες.

Η πρώτη προϋπόθεση είναι η Νέα Δημοκρατία να συσπειρώσει τη Δεξιά, ώστε με προσθήκες από τον μεσαίο χώρο και την Αριστερά να υπερβεί το μειονέκτημα της πλειοψηφίας που παραδοσιακά διαθέτουν στην Ελλάδα η Αριστερά και η Κεντροαριστερά. Το 1989 οι παλαιότεροι Πρόεδροι της Νέας Δημοκρατίας (Ράλλης, Αβέρωφ) είχαν μπει στα ψηφοδέλτια του κόμματος, ενώ από τον χώρο της Δεξιάς υπήρχε στον ανταγωνισμό, μόνο η ΔΗΑΝΑ του Κωστή Στεφανόπουλου, που συμπιέστηκε σε ποσοστά κάτω της μονάδας. Αντιστοίχως, το 2004 επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας ήταν ο πρώην πρόεδρος του κόμματος Μιλτιάδης Έβερτ, ενώ είχε επιστρέψει μετά τη διαγραφή του ο Γιώργος Σουφλιάς έχοντας καθοριστικό ρόλο στον προεκλογικό αγώνα. Η συμμετοχή στις εκλογές ενός κόμματος στα δεξιά της ΝΔ, του ΛΑΟΣ, μάλλον θετικά λειτούργησε για την ίδια, καθώς τη βοήθησε στην τοποθέτησή της στον μεσαίο χώρο.

Αυτή είναι άλλωστε η δεύτερη προϋπόθεση, η κεντρώα πινελιά που επιτρέπει την προσέλκυση μετριοπαθών ψηφοφόρων και τη διείσδυση στους άλλους χώρους. Το 2004 αυτή η πινελιά ήταν το πορτοκαλί χρώμα (της ΕΔΗΚ) που προστέθηκε συμβολικά δίπλα στο παραδοσιακό μπλε και τα προσωπικά ανοίγματα του Κώστα Καραμανλή προς τον χώρο του πολιτικού κέντρου και της Αριστεράς. Σε επίπεδο υποψηφιοτήτων βρήκαν θέση στα ψηφοδέλτια της Νέας Δημοκρατίας οι Παπαθεμελής-Πέτσος, ενώ τον πρώτο λόγο στην επικοινωνία είχε ο Θοδωρής Ρουσόπουλος. Το 1989 ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν κορυφαίο στέλεχος του κεντρώου χώρου, αλλά υπήρχαν και άλλες προσθήκες από το Κέντρο όπως η Βιργινία Τσουδερού ή οι αδελφοί Μπουλούκου και από την Αριστερά, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης. Επίσης, επανέφερε στα ψηφοδέλτια του κόμματος τους θριαμβευτές των Δημοτικών του 86, στους 3 μεγάλους Δήμους Έβερτ, Κούβελα και Ανδριανόπουλο που είχαν πέρασμα στους άλλους πολιτικούς χώρους, ενώ ήταν φρέσκα πρόσωπα.

Τα φρέσκα πρόσωπα είναι η τρίτη προϋπόθεση, η οποία εκπληρώθηκε τόσο το 1989, όσο και το 2004. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης είχε ήδη προχωρήσει στη λεγόμενη σφαγή των γερόντων το 1985, ενώ πέραν των τριών Δημάρχων στις διαδοχικές εκλογές (1989-1990) μπόλιασε τους συνδυασμούς του με μια σειρά νέων, τότε, στελεχών, που πρωταγωνίστησαν τα επόμενα χρόνια, όπως οι Οννεδίτες Μεϊμαράκης, Βουλγαράκης, Μιχαλολιάκος, η Φάνη Πάλλη-Πετραλιά, η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Μ. Κεφαλογιάννης και φυσικά ο Κώστας Καραμανλής. Το 2000 και το 2004 ήταν σειρά του Κώστα Καραμανλή να δημιουργήσει μια νέα ηγετική ομάδα από αυτά τα στελέχη που είχαν εκλεγεί μαζί του, μια δεκαπενταετία νωρίτερα και να προσθέσει ακόμη νεότερα, όπως ο σημερινός Πρόεδρος Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ απομάκρυνε ή δεν αξιοποίησε κυβερνητικά παλαιότερα στελέχη με προηγούμενη κυβερνητική θητεία (Γ. Βαρβιτσιώτης, Γ. Κεφαλογιάννης, Μάνος, Κοντογιαννόπουλος, Αχ. Καραμανλής κ.ά.)

Η τέταρτη και σημαντικότερη προϋπόθεση που διευκολύνει την εκπλήρωση των υπολοίπων είναι η ξεκάθαρη επιθυμία των πολιτών για αλλαγή. Το 1974 αυτή η επιθυμία ήταν αυτονόητη, μετά από 7 χρόνια δικτατορίας. Το 1989-90 συνδυάστηκε με την κόπωση του ΠΑΣΟΚ, την ασθένεια του Πρόεδρου του, τα σκάνδαλα και τις διεθνείς εξελίξεις που οδήγησαν στην κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το 2004 μετά από 11 χρόνια Κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, το αίτημα του Κώστα Καραμανλή «ο τόπος χρειάζεται πολιτική αλλαγή» έπιασε τόπο.

Το 2018 συμπληρώνουμε 8 χρόνια μνημονιακών κυβερνήσεων, 6 εκ των οποίων ήταν συμμαχικές. Το ερώτημα είναι αν οι πολίτες αποδοκιμάσουν τα κόμματα που γιγάντωσαν ή γέννησαν τα μνημόνια και προκρίνουν την ισχυρή εντολή σε ένα κόμμα και σε έναν νέο ηγέτη. Έτσι θα αξιοποιηθεί η επίδειξη ενότητας του Συνεδρίου, θα εξετάσουν οι πολίτες με προσοχή τα πολιτικά ανοίγματα του Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς και τα νέα στελέχη που παρουσιάζει μέσα από το μητρώο. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η Νέα Δημοκρατία την τελευταία εβδομάδα προ των εκλογών μπορεί να πάρει την ώθηση, ώστε να φτάσει πάνω από 40%.

 

 

* Ο κ. Δημήτρης Σ. Παπαγγελόπουλος είναι Σύμβουλος Στρατηγικής & Επικοινωνίας και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας.

Μπορείτε να τον ακολουθήσετε στο twitter: @dpapangel

Κοινοποιήστε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email
Print this page
Print
Στείλε μας Φωτογραφίες, Μηνύματα και Καταγγελίες στο ptolemeos@e-ptolemeos.gr

Συντάκτης: Δημήτρης Παπαγγελόπουλους

Ο Δημήτρης Σ. Παπαγγελόπουλος σπούδασε Επικοινωνία, Μέσα και Πολιτισμό στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Πολιτική Διαχείριση στο George Washington University στη Washington, DC με υποτροφία του Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης. Έχει εργαστεί ως επιστημονικός συνεργάτης σε think tanks και ως σύμβουλος επικοινωνίας και πολιτικής διαχείρισης στον ιδιωτικό τομέα, στον κοινωνικό τομέα, σε ΟΤΑ και σε Πανεπιστήμια. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται ως ανεξάρτητος Σύμβουλος Επικοινωνίας. Είναι μέλος της Πολιτικής και της Εκτελεστικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας.