Συμβαίνει τώρα
Αρχική > Slider > Μια οντολογική ματιά στο έργο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου -Γράφει ο Κόττης Κωνσταντίνος

Μια οντολογική ματιά στο έργο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου -Γράφει ο Κόττης Κωνσταντίνος

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email






Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του οπτική, σε ένα περιβάλλον δυαρχικό, μανιχαϊστικό. Ο εμφύλιος είχε αφήσει βαθειά τα σημάδια του. Κατά την δεκαετία του 60΄, τα ανθρώπινα δικαιώματα εξαγγέλλονταν ως βιτρίνα, η οποία, όμως, απέκρυπτε την πραγματικότητα. Ισχυρές χώρες, ακόμα κατακτήτριες άλλων χωρών, δυτικά με τις αποικίες, ανατολικά με τον σοσιαλιστικό ολοκληρωτισμό. Προκαθορισμένα από πριν τα διεστώτα, τα στρατόπεδα των καλών και των κακών, των νικητών και των ηττημένων. Ανάλογα διχάζονταν η τέχνη, οι δημιουργοί. Ανάλογα σύχναζαν οι πολίτες σε μπλε, πράσινα και κόκκινα καφενεία. Υπήρχαν ακόμα «στρατόπεδα εργασίας», σιβηρικά παραπετάσματα, «Παρθενώνες» που «αναμόρφωναν».  Αναπτύχθηκε μια τάση  πολιτική σε μια εποχή ανελεύθερη, όπου προτάσσονταν οι εικόνες ως εκφραστικές του λιγόλογου των αισθημάτων εις βάρος του σεναρίου.

Ο σκηνοθέτης μας πηγαίνοντας στη Γαλλία για να σπουδάσει, βρήκε μια, ήδη, πολυεθνική αντίληψη, σχήμα οξύμωρο σε σχέση με την Ελλάδα που άφησε. Μπορούσε να κάνει ταινίες για όλη την οικογένεια. Να επιδιώξει την είσοδό του στις διεθνείς παραγωγές, με τις αυστηρά οριοθετημένες δομές. Επέλεξε, να προτείνει ένα πλατωνικό τρίτο είδος. Εισήγαγε μια νέα κινηματογραφική γραφή, ζυμωμένη από το αμέριστο του χαρισματικού ταλέντου και το μεριστό του ανθρώπινου πόνου, των ιστοριών τις οποίες προξενεί ο πολιτικός διχασμός.

Έχουν ειπωθεί πολλά για τις επιρροές του: Τον Μ. Γιάντσο, τον Μ. Αντονιόνι, τον Α. Ταρκόφσκι, τον Ζ. Λ. Γκοντάρ. Στην Ελλάδα θα μπορούσε να έχει παράλληλα στο κλασσικό τραγικό στοιχείο του Α. Αλεξανδράκη («Συνοικία το Όνειρο», 1961). Να αντλήσει από τον συνοριακό πόλεμο και τον ουμανισμό του Κανελλόπουλου («Ουρανός», 1962). Όπου τελικά ο Οδυσσέας γυρνάει ηττημένος και χωρίς την υποδοχή που του πρέπει. Ακόμα και να έχει επηρεαστεί   υποσυνείδητα από το θέμα των μετακινήσεων – αποκλεισμών στο έργο του Α. Δαμιανού («Μέχρι το πλοίο», 1966). Θυμάμαι, σχετικά, και μια διακριτική πολιτική αναφορά του Ντ. Δημόπουλου την ίδια χρονιά («Οι Κυρίες της Αυλής», 1966).

Ωστόσο ο Αγγελόπουλος καίτοι «αριστερός εν συγχύσει» όπως ο ίδιος δήλωνε, δημιούργησε με ένα τρόπο οντολογικό, συχνά ελληνικό. Στην φιλοσοφία του ελληνικού Λόγου, ο λόγος δεν μιλάει. Διαμορφώνει έκτυπες εικόνες, παράγωγα νοητών αρχέτυπων ιδεών. Ο Λόγος αναγνωρίζεται από αυτούς που τον φέρουν εντός. Αλλά όπως λέει ο Ηράκλειτος, όσοι έχουν τον λόγο τον ομολογούν, οι άνθρωποι όμως δεν καταλαβαίνουν (στην πλειοψηφία τους) τον λόγο. Η αφήγηση του  Αγγελόπουλου ήταν και είναι προβληματική ως προς την ευρεία κατανόηση. Εικόνες έπλαθε, τις οποίες εξ ορισμού λίγοι θα καταλάβαιναν. Η προσέγγιση στο έργο του, προϋποθέτει βιωματικό τρόπο. «Πάσαν νυν βιωτικήν αποθώμεθα μέριμναν». Ουδεμία σχέση έχει με συμβατικό κινηματογράφο. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί, τα προβλήματα ανάπτυξης, τα οποία είχαν, αρκετά από τα σενάριά του.

Πολλοί τον επικαλέστηκαν και τον επικαλούνται λόγω αριστερής αλληλεγγύης. Πόσοι στ΄αλήθεια αντιλήφθηκαν ότι μέμφονταν εξίσου την μετεμφυλιακή Ελλάδα και τον υπαρκτό σοσιαλισμό; Υπάρχουν σαφείς αναφορές στον Στάλιν, στις αποκαθηλώσεις, στην λεηλασία των ελληνικών περιουσιών από το  Ρουμανικό καθεστώς. Ο Κατράκης στο «Ταξίδι στα Κύθηρα (1984)», γυρίζει από μια Σοβιετική Ένωση με πολλά χιόνια. Προφανώς δεν είναι ο βαρύς χειμώνας αυτής. Γυρίζει πριν καταρρεύσει το «σιδηρούν παραπέτασμα». Ωστόσο στην αντιδιαστελλόμενη ηλιόλουστη Ελλάδα που επιστρέφει, επικρατεί μόνιμα η συννεφιά. Η νίκη του Εθνικού Στρατού στον εμφύλιο, δεν έλυσε βασικά κοινωνικά προβλήματα. Δεν απέτρεψε την ερήμωση χωριών, την αστυφυλία, την μετανάστευση, όχι μόνο των ηττημένων αλλά και πολλών νικητών. Ο Δ. Παπαγιαννόπουλος αναφωνεί: «Χάσαμε και οι δύο». Οι παλαιότεροι αριστεροί αρνούνται να προσαρμοσθούν στον εξελισσόμενο κόσμο, οι νεότερες γενιές τους κατηγορούν για την στιγματισμένη ζωή που κληροδότησαν. Κυρίως, όμως, προσωπικές επιλογές πολιτικών ηγετών, οδηγούν λαούς και ολόκληρες κοινωνικές τάξεις σε τραγωδίες. Ένας πολιτικός Αδάμ, που καλείται να αναλάβει ως ηγέτης, καταδικάζει με τις ενέργειές του τόσο μεγάλα σύνολα. Μια οντολογία της πτώσης, η οποία καθιστά ανθρώπους που θυσίασαν την ζωή τους στην ιδέα,  πρόσφυγες, ζωντανούς – νεκρούς, μέσα στον ίδιο τους τον τόπο. «Δος μοι τούτον τον ξένον», λοιπόν. Με αυτά τα λόγια ζητήθηκε από τον Πιλάτο το σώμα του νεκρού Χριστού, ως ξένου, ίσως και ως πολιτικά διωκόμενου.

Γάμος Μετέωρο Βήμα

Προσωπικά πιστεύω, πως περισσότερο εντυπώνονταν μέσα στον Teo,  στιγμιαία πλάνα από την ίδια του την ζωή, την παρατήρηση κάποιας ιστορικής φωτογραφίας ή ενός άρθρου. Του άρεσε να ανυψώνει προσωπικά βιώματα και  τραγικές στιγμές, σε ενυπόστατα βλέμματα στην ιστορική αιωνιότητα, στην κινηματογραφική αθανασία. Ένα τέτοιο γεγονός, θυμίζει την οντολογία της Οικονομίας. Η ανάγκη της τραγωδίας, δημιουργεί καταστάσεις στις οποίες κάνεις το ανθρωπίνως δυνατόν. Ένας παπάς στη Κρήτη ήταν η αφορμή: δεν μπορούσε να τελέσει μυστήριο λόγω αποκλεισμού μιας νησίδας. Φώναζε τα γράμματα της ακολουθίας από τη μεγαλόνησο, γιατί δεν μπορούσε να ήταν απέναντι, παρότι πολύ κοντά και ορατά. Το γεγονός αυτό, έγινε σκηνή στο «Μετέωρο Βήμα του Πελαργού (1991)». Μια ακόμα αλλαγή συνόρων, χώρισε ένα ζευγάρι. Αναγκαστικά τέλεσαν τον Γάμο τους κατ΄οικονομίαν στη παραποτάμια συνοριακή γραμμή. Στη μια χώρα ο γαμπρός, στην άλλη η νύφη και τον παπά να λειτουργεί όπως ο παπάς του περιστατικού της Κρήτης. Πόσο κατηγορήθηκε στ΄αλήθεια η συγκεκριμένη σκηνή και πόσο λάθος ερμηνεύθηκε; Ανάλογοι λόγοι θα χωρίσουν τους αδελφούς Μανάκια, αλλά και το ζευγάρι στη «Σκόνη του Χρόνου (2008)».

Η αναζήτηση – ανάμνηση της αρχής, επιθυμία με πλατωνικό υπόβαθρο από την θεωρία των αθάνατων ιδεών, απαντά επίσης συχνά στο έργο του. Η γονεϊκή αρχή στο «Τοπίο στην Ομίχλη», η περιπλάνηση στον «Μελισσοκόμο», η έλξη για τις ρίζες και την κινηματογραφική αρχή στο «Βλέμμα του Οδυσσέα (1995)», η αναδρομή στο «Μια αιωνιότητα και μια ημέρα (1998)».

Το οντολογικό υπόβαθρο της κινηματογραφίας του Αγγελόπουλου είναι σαφώς ελληνικό ως εικονολατρικό και φυσιοκρατικό. Υποθέτω πως αυτό προέκυψε υποσυνείδητα. Βιώνει την δημιουργία, χωρίς να εκδίδει εκτενή σενάρια και διαλόγους. Όπως και οι παλαιοί φιλόσοφοι, αφήνει τους μαθητές του να γράφουν γι΄αυτόν, προκρίνοντας την μύηση. Προφητικός με τους πνιγμένους μετανάστες. Έχοντας έναν συμβολικό Αλέξανδρο παρόντα στο έργο του, να μετέχει στην προσφυγική οικουμένη, όπως το πλάνο που ανοίγει στο «Λιβάδι που δακρύζει (2003)».

Γράφει ο Κόττης Κωνσταντίνος

[email protected]

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email

Στείλε μας Φωτογραφίες, Μηνύματα και Καταγγελίες στο [email protected]
kotzampasis

Συντάκτης: Κωνσταντίνος Κόττης

Πτυχιούχος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ιεροψάλτης, Μεταπτυχιακός φοιτητής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου