Αρχική > Στήλες > Γαστρονομία και διατροφή > Ιστορίες Μαγειρικής > Ιστορίες Μαγειρικής: Σουμάδα και Γλυκό του κουταλιού μήλο

Ιστορίες Μαγειρικής: Σουμάδα και Γλυκό του κουταλιού μήλο

Κοινοποιήστε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email
Print this page
Print

Λίγα λόγια για τις Ιστορίες Μαγειρικής…

«Κάθε ιστορία μαγειρικής και μια παραδοσιακή συνταγή. Μέσα από τις αφηγήσεις, τις μνήμες καθώς και από την καθημερινότητα μιας οικογένειας,  τη δεκαετία του ενενήντα. Οι περισσότερες ιστορίες είναι βασισμένες σε αληθινά γεγονότα, οι οποίες  θα μας ταξιδέψουν στον χρόνο, είτε για να θυμηθούμε είτε για να γνωρίσουμε τη δύναμη της Ελληνικής ιστορίας και οικογένειας, μέσα από μία κατσαρόλα…»

 image001

Αυτός που αγαπά γνωρίζει ….

Μπαίνοντας στο σπίτι της, γιαγιάς, προσέξαμε, με τον ξάδελφο μου τον Κώστα, ότι η πόρτα της γιαγιάς Μαρίας  ήταν ανοιχτή, κάποιος ήταν μέσα. Η γιαγιά η Μαρία, ήταν η μητέρα του παππού του Γιώργου, η προγιαγιά μας, η οποία είχε πεθάνει, το δωμάτιο στο οποίο έμενε ήταν μονίμως κλειδωμένο  και δεν έμπαινε κανείς, μοναχά η γιαγιά…

Πλησιάσαμε φοβισμένοι …

Κώστας: Λες να είναι η γιαγιά;

Σαμουήλ: Αφού η γιαγιά είναι στο κουζινάκι …

Κώστας: Όχι η Ανήκα… Η Μαρία…

Σαμουήλ: Πας καλά;

Έσπρωξα την πόρτα πιστεύοντας και “γω ότι ίσως ήταν το φάντασμα της γιαγιάς Μαρίας, ο Κώστας κρύφτηκε από πίσω μου τραβώντας το παντελόνι μου το οποίο ήταν έτοιμο να πέσει… στο πάτωμα, η αδελφή μου η Τασούλα είχε ανοίξει το σεντούκι της γιαγιάς της Μαρίας και έτρωγε από ένα βαζάκι γλυκό του κουταλιού…

Κώστας:  Μας έκοψες τα πόδια…

Σαμουήλ: Τι τρως πάλι… που το βρήκες αυτό;

Κώστας: Αν σε δει η γιαγιά … την έβαψες…

Κοιτούσαμε με τον Κώστα το δωμάτιο μαγεμένοι, λες και βρήκαμε χρυσό…

Όλα ήταν τακτοποιημένα με τάξη, ντυμένα στα λευκά, λευκό κουβερλί στην καργιόλα (παλιό σιδερένιο κρεβάτι), λευκά πετσετάκια στην κρυσταλλιέρα, λευκά σεμεδάκια στα δύο τραπεζάκια, λευκές και η δαντελωτές κουρτίνες ,όλα μοσχομύριζαν σαν την πασχάλια στην είσοδο  της αυλής …

Ο Κώστας άρχισε να σκαλίζει την κρυσταλλιέρα …

Κώστας:  Τι είναι αυτό; (πιάνοντας ένα από τα μπουκάλια που ήταν μέσα στην κρυσταλλιέρα ) …  Κοιτάξτε πόσα μπουκάλια έχει ..

Τασούλα: Λεμονάδα , μάλλον…  σπιτική..

Ο Κώστας την άνοιξε και άρχισε να πίνει…

Σαμουήλ: θα πάθετε τίποτα, αυτά μπορεί να είναι εκεί χρόνια…

Κώστας: (ξινισμένος)  δεν είναι λεμονάδα…

Γιαγιά Ανήκα: Σουμάδα είναι…

Ακούστηκε η γιαγιά στην πόρτα, παγώσαμε, περίμενα να ήταν νευριασμένη, αλλά μας κοιτούσε χαμογελαστή…

–  Σαμουήλ: Συγγνώμη γιαγιά, η Τασούλα μπήκε πρώτη και..

–  Γιαγιά Ανήκα: Δεν πειράζει Σαμουήλ… προχώρησε και κάθισε στην καργιόλα….

– Τασούλα: Γιαγιά το γλυκό του κουταλιού εσύ το έφτιαξες;

– Σαμουήλ: Τώρα που το έφαγες ρωτάς;

– Γιαγιά Ανήκα:  Ελάτε, καθίστε δίπλα μου να σας πω μιαν ιστορία για το μήλο το γλυκό του κουταλιού και την σουμάδα..

«Αυτός  που αγαπά γνωρίζει… γνωρίζει πάντα το σωστό, γνωρίζει πάντα και το λάθος, ότι και όποιον αγαπήσεις στη ζωή σου να το θυμάσαι αυτό καλά…

Είναι ένα από τα πολλά που κράτησα από τη γιαγιά  τη Μαρία και ένα από λίγα που στη ζωή έχουν τόσο σημασία… Κοντά στη γιαγιά Μαρία έμαθα να αγαπώ τη μαγειρική, τα μυρωδικά, το αλεύρι, τις μυρωδιές του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού και της κανέλας, να αγαπώ την ξύλινη κουτάλα που μια διαφορετική νοστιμιά δίνει στο φαγητό, κοντά στη γιαγιά Μαρία έμαθα απλά, αληθινά και ταπεινά να αγαπώ….

Σάββατο γίνονταν τα αρραβωνιάσματα στον Πόντο, έτσι Σάββατο πήγε και ο παππούς ο Χάμπος, με τρεις λύρες και δυο νταούλια και ζουρνά για τους αρραβώνες, όχι ότι ήταν πλούσιος ο παππούς, αντιθέτως ήταν πολύ φτωχός, πιο φτωχός από τη γιαγιά και γι” αυτο δεν τον ήθελαν και οι δικοί της, γι” αυτό και επειδή ήταν κοντός, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, όχι ότι ήταν πλούσιος λοιπόν, αλλά αντιθέτως γι” αυτό το τόνιζε η γιαγιά , για να δείξει το πόσο την αγαπούσε και το πόσο χαρούμενος ήταν που θα την έκανε γυναίκα του… της έδωσε το δαχτυλίδι,  το τσίτι και όλα της τα δώρα, τα σουμάδα και για το τέλος του σουμάδεμαν, τον κέρασε σουμάδα και γλυκό του κουταλιού μήλο, τα αγαπημένα του, αυτά τον μάγεψαν έλεγε και την παντρεύτηκε, κάτι που ήταν φυσικά ψέμα, ένα μικρό όμορφο ψέμα, αφού την αγάπησε και τον αγάπησε  πολύ νωρίτερα… κάτι σπάνιο για εκείνο τον καιρό, αφού οι περισσότεροι παντρεύονταν με προξενιό. Την είχε δει στον φούρνο του πατέρα της , από μικρή η γιαγιά η Μαρία μέσα στα αλεύρια, πήγε να  τον βοηθήσει και την ερωτεύτηκε αμέσως με την πρώτη ματιά, το ίδιο και εκείνη, τον πρόσεξε να την κοιτά με τα μεγάλα του γαλανά μάτια  και αυτό ήταν της φυλάκισε την καρδιά για πάντα, εκεί μέσα στα αλεύρια ..

Μετά τον γάμο και μετά τη γέννηση των παιδιών ήρθε και  ο ξεριζωμός, την έβαλε στο καράβι και χάθηκε στο πλήθος  «μην στεναχωριέσαι περιστέρα μου, θα σε βρω όπου και να σαι θα σαι βρω». Όταν έφτασαν στην Ελλάδα ήρθε στο χωριό με τους δικούς της και άνοιξε φούρνο με τον πατέρα της που, μεγάλος πια και ταλαιπωρημένος, πέθανε μέσα σ” ένα χρόνο. Τότε η γιαγιά έμεινε μονάχη της, με δυο παιδιά και την άρρωστή της μάνα, κράτησε τον φούρνο της μονάχη της, έψηνε και καφέδες, έβγαζε και μεζέ, χρυσοχέρα η γιαγιά η Μαρία, η πρώτη μαγείρισσα του χωριού, αλλά ο παππούς ο Χάμπος δεν είχε έρθει ακόμα να τη βρει, τα προξενιά πήγαιναν και έρχονταν, «πέθανε», της έλεγαν, «μην περιμένεις», «έχεις δυο παιδιά να μεγαλώσεις», «γυναίκα μονάχη χωρίς προστάτη τι θα κάνεις», της έλεγε η μάνα της, αλλά εκείνη δεν άκουγε, δεν πίστευε, ήξερε ότι θα έρθει, στο ντουλαπάκι της κουζίνας με τα κεράσματα πάντα φυλούσε σουμάδα και γλυκό του κουταλιού μήλο…  «Όπου και αν σαι θα σε βρω»… ήταν μεσημέρι Καλοκαιριού, μόλις έφαγαν τα παιδιά και καθάριζε το τραπέζι ,το Καλοκαίρι έτρωγαν έξω στην αυλή. Πέρα από το βουνό ένας άνδρας κατέβαινε ταλαιπωρημένος, άπλυτος, τον κοίταξε και τον λυπήθηκε, να φοβηθεί; μπα,η γιαγιά  Μαρία δεν φοβόταν εύκολα, ενώ καθάρισε, κάθισε να πει καφέ που μόλις τον είχε ψήσει η μητέρα της, το βλέμμα της καρφωμένο στον άνδρα, που σχεδόν σερνόμενος έφτασε στην είσοδο της αυλής .Ακούμπησε στην πασχαλιά να ξαποστάσει… , «τι θέλει τούτος ο παλαλός» ρώτησε η μητέρα της, «ει ξένε τι γυρεύεις», την κοίταξε και δακρυσμένος «σουμάδα και γλυκό του κουταλιού μήλο»»…

LOGO IOSTORIES MAGEIRIKHS_TINA

 

ΜΗΛΟ ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ

1 –ΜΕ 1 ½  κιλό μήλα

1 κιλό ζάχαρη

2 φλιτζάνια νερό

1 λεμόνι

3 ξύλα κανέλας

5 κουταλάκια της σούπας γλυκόζη

10 γαρίφαλα

Καρύδια

Ξεφλουδίζουμε τα μήλα και τα κόβουμε σε χοντρές φέτες ή αν έχουμε ειδικό εργαλείο, μπορούμε να τα δώσουμε ότι σχήμα θέλουμε, απλώς να είναι χοντρά κομμάτια για να μην λιώσουν στο βράσιμο, τα τοποθετούμε μέσα σε μια λεκάνη με νερό με το χυμό από το λεμόνι για να μη μαυρίσουνε. Βράζουμε τη ζάχαρη με το νερό και μετά προσθέτουμε τα μήλα μαζί με τα ξύλα κανέλας, τα γαρίφαλα και τη γλυκόζη. Αφαιρούμε τον αφρό μέχρι το γλυκό μας να δέσει. Βάζουμε τα καρύδια σε ένα ταψάκι στον φούρνο για ένα τέταρτο περίπου, για να τραβήξει την υγρασία τους και τα αφήνουμε να κρυώσουν.. .Αφήνουμε το γλυκό να κρυώσει και αφαιρούμε τα γαρίφαλα και  τα ξύλα κανέλας  και  προσθέτοντας τα καρύδια το γλυκό μας είναι έτοιμο..

 

 

ΣΟΥΜΑΔΑ

1 κιλό αμύγδαλα ξεφλουδισμένα

2 κιλά ζάχαρη

2 κουταλιές ανθόνερο

5 με 8 ποτήρια νερό

Χτυπάμε τα αμύγδαλα στο μπλέντερ και τα βράζουμε με τα 5 ποτήρια νερό. Όταν γίνουν χυλός τα σουρώνουμε με ένα σουρωτήρι και το χυλό τον βράζουμε προσθέτοντας την ζάχαρη και το ανθόνερο και άμα χρειάζεται και 2 με 3 ποτήρια νερό χωρίς να γίνει πολύ νερουλό, ξαφρίζουμε και όταν γίνει σιρόπι σβήνουμε τη φωτιά. Η σουμάδα είναι έτοιμη. Τη σερβίρουμε αραιωμένη  με νερό και κανέλα.

 

 

 

ΣΑΜΟΥΗΛ Σ . ΣΤΑΜΑΤΙΔΗΣ

Κοινοποιήστε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email
Print this page
Print
Στείλε μας Φωτογραφίες, Μηνύματα και Καταγγελίες στο ptolemeos@e-ptolemeos.gr
kotzampasis

Συντάκτης: e-ptolemeos team