Συμβαίνει τώρα
Αρχική > Αρθρογραφία > Για την έκθεση φωτογραφίας στα Σέρβια – του Ανδρέα Τσιφτσιάν

Για την έκθεση φωτογραφίας στα Σέρβια – του Ανδρέα Τσιφτσιάν

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email






Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν βλέπω εικόνες από τον τόπο μου, μού ‘ρχεται αυτή η ιστορία του Ελ Γκρέκο στο μυαλό, που μου θυμίζει γιατί είναι τόσο σημαντική η ιδιαίτερη Πατρίδα μου. Ας την μοιραστώ μαζί σας με αφορμή την έκθεση φωτογραφίας που γίνεται στα Σέρβια, με θέμα τα Σέρβια.

Όταν ο Γκρέκο θα έφευγε χωρίς επιστροφή από την Πατρίδα του την Κρήτη, ο πιστός του φίλος Νικολός, που θα τον ακολουθούσε για πάντα, έβγαλε το πουγκί από τον κόρφο του, πέταξε τα φλουριά που’ χε μέσα, και το γέμισε με μια χούφτα χώμα απ’ τo χωριό του. Αυτό το κομμάτι Πατρίδας κουβαλούσε πάντα μαζί του στα ξένα, στην Ρώμη, στην Βενετία, στο Τολέδο, λες και θα του ήταν ποτές χρήσιμο τούτο το άχρηστο πράμα που περιφρονούμε με τις φτέρνες μας.

Και πράγματι, μπροστά στην Ιερά Εξέταση τα λεφτά είναι άχρηστα για τον Γκρέκο, δεν μπορεί με αυτά να εξαγοράσει του καθαρτηρίου το μαρτύριο. Τι κι αν τον χτυπούν όμως αγριεμένα και θυμωμένα κύματα, τι κι αν στέκονται μπροστά του οι φοβεροί κριτές σαν «μπομπάρδες τρικάταρτες και του ρίχνουνε», ένα πουγκί με χώμα, ένα δράμι γης τον θέριεψε κι αντρειεύτηκε.

Θυμάται τότε ποιος πραγματικά είναι, όχι ένας ήδη διάσημος ζωγράφος, αλλά από πού κρατάει η σκούφια του. Θυμάται, «μες στις πέτρες που άνθισε και μεγάλωσε…», θυμάται «την μακρινή Μητέρα, Ρόδο Αμάραντο». Στέκεται ευκαρτέρητος κι όρθιος, πιο πάνω από τους φονιάδες δικαστές που φαντάζουν νάνοι μπροστά του και τους προγόνους, τους «παλιούς του φίλους καλεί με φοβέρες και μ’αίματα». Και τότε «των φονιάδων το αίμα με φως ξεπλήρωσε»…, «γύρισαν καταπάνω τους οι όργητες των αιώνων ξεφωνίζοντας» … και … σαν σάπιο «σανίδωμα υποχώρησαν μπροστά στην πίεση την μεγάλη του ήλιου».

Κανένα δεντρί δεν απλώνει κλαδιά χωρίς ρίζες. Και οι ρίζες χρειάζονται χώμα για να στεριώσουν. Αυτό το χώμα έσωσε τον Γκρέκο από το πουργατόριο.

Η σημασία και η σημειολογία αυτής της έκθεσης φωτογραφίας είναι για μένα πολλαπλή. Είναι μία προσπάθεια που προβάλει την ιδιαίτερη Πατρίδα μας, τόσο σε ξένους και επισκέπτες, όσο όμως κυρίως σ’εμάς τους ίδιους και σκιρτίζει ειδικά τους Σερβιώτες και Σερβιώτισσες που δεν ζούμε στα Σέρβια.

Μας υπενθυμίζει, την αξία που ’χει το χώμα που πατάμε. Μας δείχνει, πόσο όμορφη είναι τελικά η γη μας, «το φως μας το πρώτο». Αυτήν την ομορφιά, την προσπερνάμε καμιά φορά αδιάφοροι, βυθισμένοι στις σκέψεις της τραχιάς και όχι και τόσο ρομαντικής καθημερινότητάς μας. Μια καλή ευκαιρία να την συνειδητοποιήσουμε για άλλη μια φορά.

Δεν είναι λοιπόν μια απλή έκθεση φωτογραφίας, ένα κοινωνικό ή καλλιτεχνικό event. Είναι μία βαθιά πατριωτική και πολιτική πράξη, μία αφορμή που συγκεντρώνει τους συμπατριώτες μας σε μια παρέα, που τους ξαναδίνει ένα ακόμη κοινό σημείο αναφοράς, το οποίο με την σειρά του είναι προϋπόθεση για κοινωνική συνοχή. Είναι επίσης μία προσπάθεια που ζωντανεύει ένα ιστορικό αλλά άδειο κτήριο. Ένα σήμα κατατεθέν χωρίς δυστυχώς ακόμη χρήση. Ένα κομμάτι του παζλ που λες κι έλειπε και τοποθετείται και πάλι στην θέση του, έστω και για λίγο.

Η πρωτοβουλία αλλά και η εκτέλεσή της είναι συγκινητική. Μια απλή ιδέα, λίγη μούρλα, αλλά κυρίως η αγάπη για την ιδιαίτερη Πατρίδα μας, έκαναν τα Σέρβια ακόμη πιο γιορτινά και χαρούμενα στην χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα. Εύχομαι, οι συντελεστές να επιβραβευθούν και εμπράκτως.

Κι όπως ο «ταπεινός γραφιάς» στην «Αναφορά στον Γκρέκο» στέκεται προσοχή ως απλός στρατιώτης κι «αναφέρεται» μπροστά στον μέγα στρατηγό, έτσι και τα Σέρβια, ντύθηκαν τα καλά τους, στέκονται στον καθρέπτη τους και αναφέρονται σε όλους εμάς για να μας θυμίσουν μ’ένα γλυκό παράπονο γιατί αξίζουν να τα αγαπάμε.

Παρουσιάζονται, όχι μόνο μπροστά στις φωτογραφίες, αλλά κυρίως πίσω από αυτές! Εκεί… που είναι κρυμμένη η οντολογία των πραγμάτων, η «αλληλουχία των κρυφών νοημάτων».

Γιατί, τι νομίζετε πως είναι η Πατρίδα αγαπητοί μου φίλοι; Μήπως χρυσό παλάτι;

Όχι, καπνός αποθρώσκοντας είναι που ανεβαίνει από ταπεινή καμινάδα και διαλύεται στον αγέρα από «σημάντορες άνεμους που ιερουργούνε».

Επιμύθιο: Ποιος ξέρει… ίσως κάποτε μια χούφτα χώμα σώσει και κάποιον από εμάς από των αρχαίων κυβερνητών τα έργα, όταν σταθούμε μπροστά σε κάποιο φρικτό ικρίωμα της ζωής.

Αλίμονο τότε σε κείνον που δεν θα ‘χει το πουγκί μαζί του.

Χρόνια πολλά σε όλους με υγεία
Φιλικά
Ανδρέας Τσιφτσιάν

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email

Στείλε μας Φωτογραφίες, Μηνύματα και Καταγγελίες στο [email protected]
kotzampasis

Συντάκτης: e-ptolemeos team