Συμβαίνει τώρα
Αρχική > Αρθρογραφία > «Για ποιους θα πολεμήσουμε»; – Γράφει ο Παύλος Κιλίντζης

«Για ποιους θα πολεμήσουμε»; – Γράφει ο Παύλος Κιλίντζης

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email






Με αφορμή την κορύφωση της τουρκικής προκλητικότητας πέρα από κάθε όριο και την αυξημένη πια πιθανότητα μικρής ή μεγαλύτερης στρατιωτικής σύγκρουσης με την Τουρκία, πολλοί Έλληνες είναι ανήσυχοι αλλά και προβληματισμένοι για το πως πρέπει να φερθούν επί προσωπικού, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Σε πρόσφατη συζήτησή μου με συμπολίτη μας, μου ανέφερε όλος προβληματισμό την απορία του σε περίπτωση στράτευσης «να στείλω τον γιό μου να πολεμήσει για τον Καρανίκα»;

Η αλήθεια είναι ότι η συγκεκριμένη ερώτηση με προβλημάτισε σε τέτοιο βαθμό, που η πρώτη μου σκέψη ήταν να δικαιολογήσω σχεδόν την στάση του. Οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών απαξίωσαν συστηματικά στην συνείδηση των Ελλήνων πολιτών την σημαντικότητα της στρατιωτικής θητείας, καθώς και τον συνολικό ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων. Έτσι παρατηρούσαμε διαχρονικά το εξής παράδοξο: Ενώ οι ελληνοτουρκικές σχέσεις οξύνονται συνεχώς από την Κρίση των Ιμίων του 1996 έως και σήμερα, η στρατιωτική θητεία μειώνεται συστηματικά παράλληλα. Και ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 έγιναν κάποιες (ελάχιστες σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες) προσλήψεις Επαγγελματιών Οπλιτών (ΕΠ.ΟΠ.), μετά απλώς διακόπηκαν και αυτές. Για μικροπολιτικούς λόγους οι κυβερνώντες μείωναν συνεχώς την θητεία, αδιαφορώντας κατάφορα για την εθνική ασφάλεια και παραβιάζοντας βάναυσα το καθήκον τους απέναντι στην πατρίδα και τους Έλληνες πολίτες. Έτσι φτάσαμε στο σημείο σήμερα οι νέοι να υπηρετούν ελάχιστους μήνες, ενώ το ελληνικό στράτευμα αποτελείται κατά συντριπτική πλειοψηφία από ανώτερους και ανώτατους αξιώτικους και υπαξιωματικούς. Κραυγαλέα απόδειξη για την παραπάνω παθογένεια, είναι η πρόσφατη «σύλληψη» των δύο Ελλήνων στρατιωτικών. Ελάχιστους άκουσα να θέτουν το ζήτημα της απαράδεκτης κατάστασης, να στέλνεται σε συνοριακή στρατιωτική περιοχή «υψηλού κίνδυνου» περίπολος με μόλις δύο άτομα προσωπικό, τα οποία έχουν και τον βαθμό του αξιωματικού/υπαξιωματικού. Οπότε αν στέλνονται σε τέτοιες υπηρεσίες αξιωματικοί, ο γράφων αναρωτιέται οι Έλληνες στρατιώτες που ακριβώς υπηρετούν τελικά, ή μήπως δεν επαρκούν καν για να καλύψουν έστω και τις στοιχειώδεις ανάγκες…

Επανερχόμενος στο ερώτημα του συμπολίτη μας, να αναφέρω απλά ότι κατανόησα απόλυτα την λογική του. Στελέχη της σημερινής «αριστερής» κυβέρνησης («αριστερής» μόνο στα λόγια και στα εθνικά θέματα βεβαίως…) συχνότατα έχουν αναφερθεί με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για το στράτευμα και τα λοιπά Σώματα Ασφαλείας. Ενώ συνολικά και επαναλαμβανόμενα έδειξαν ότι διακατέχονται από μια ξεκάθαρη ιδεολογική «απέχθεια» απέναντι στον ρόλο τους. Ας μην ξεχνάμε τον περιβόητο πια σύμβουλο στρατηγικού σχεδιασμού του πρωθυπουργού Καρανίκα, ο οποίος υπήρξε «περήφανος» αρνητής στράτευσης και έχει δικαστεί για αυτό. Ακόμα πιο αποκαλυπτική για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την στρατιωτική θητεία υπήρξε η νεολαία του κόμματος. Στο περσινό 1ο Συνέδριο της Νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, διαβάζουμε (αυτολεξεί) κάποια αποσπάσματα των δημόσιων ανακοινώσεων κατά τα οποία σύμφωνα με τους νεολαίους του ΣΥΡΙΖΑ  «ο (ελληνικός) στρατός ανήκει στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους και παράλληλα λειτουργεί ως ιδεολογικός μηχανισμός», ενώ αλλού αναφέρεται πως «η στρατιωτική θητεία αποτελεί άλλον ένα «βραχνά» για τους νέους ανθρώπους, οι οποίοι πλήττονται ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης»!!! Ενώ λοιπόν κάποιοι Έλληνες νέοι κάνουν το καθήκον τους, υπηρετώντας και προστατεύοντας την πατρίδα, τα «παιδιά του ΣΥΡΙΖΑ» αναφέρουν τα παραπάνω εξωφρενικά για αυτό το εθνικό καθήκον. Δεν χρειάζεται βεβαίως να προσθέσω ποια «παιδιά» από τις δύο κατηγορίες θα «βολευτούν» και θα καταλάβουν τις κρατικές και δημόσιες θέσεις, όταν θα περάσει η περίοδος της νεότητάς τους… Τελειώνοντας να προσθέσω και τμήμα των δηλώσεων του πρωθυπουργού Τσίπρα στο ίδιο Συνέδριο, ο οποίος ανέφερε πως  δίνεται η δυνατότητα μείωσης της εναλλακτικής θητείας ώστε να σταματήσει να έχει «τιμωρητικό χαρακτήρα», ενώ ταυτοχρόνως εξήγγειλε την μείωση στο μισό της εξαγοράσιμης θητείας για τους αρνητές στράτευσης. Παρατηρείται δηλαδή μια συντεταγμένη προσπάθεια «ανταμοιβής» από πλευράς κυβέρνησης στους αρνητές στράτευσης και κάθε λογής «εναλλακτικούς θητεύοντες»…

Σε όλα τα παραπάνω, μάλλον δεν θα μπορούσα να απαντήσω πολλά στον πατέρα που αναρωτιέται για «ποιους να πολεμήσει» ο γιός του. Προφανώς μια κυβέρνηση που αποτελείται από αρνητές στράτευσης και κάνει ότι μπορεί για να ενισχύσει το συγκεκριμένο φαινόμενο, ακούγεται κάπως «παράδοξο» να ζητήσει από κάποια άλλα «κορόιδα» να πολεμήσουν και να θυσιαστούν στο καθήκον. Η απάντηση που έδωσα στον πατέρα είναι η ίδια που συχνά δίνω και στον ίδιο τον εαυτό μου: Η Ελλάδα αποτελεί τον τόπο που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε, ζούνε οι οικογένειές μας και υπάρχουν τα σπίτια μας. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποί μας. Ταυτοχρόνως είναι και η ιστορική και πολιτιστική μας ταυτότητα, που όμοιά της δεν έχει κανένας λαός στον πλανήτη. Για αυτήν θα πάει να πολεμήσει ο γιός του λοιπόν, αν χρειαστεί. Αν αυτή την Ελλάδα, την κυβερνούν διαχρονικά «μικροί», φαύλοι, τομαριστές και πολιτικοί απατεώνες, αυτό δυστυχώς ίσχυε σχεδόν πάντοτε στην Ελλάδα και πιθανώς θα εξακολουθήσει να ισχύει. Η Ελλάδα όμως επιβίωσε γιατί με το πέρασμα του χρόνου αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από τους ανάξιους εθνοπατέρες που έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν ότι μπορούν για να την ζημιώσουν. Για αυτήν θα πολεμήσουμε λοιπόν, στο απόλυτα απευκταίο ενδεχόμενο του καλέσματος στο εθνικό καθήκον. Σαφώς όχι για αυτούς…

Μοίρασε το άρθρο...Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Email this to someone
email

Στείλε μας Φωτογραφίες, Μηνύματα και Καταγγελίες στο [email protected]
kotzampasis

Συντάκτης: Παύλος Κιλίντζης

Διπλωματούχος Ηλεκτρονικός Μηχανικός, κάτοχος 2 μεταπτυχιακών τίτλων (σε Τηλεπικοινωνίες και Διοίκηση Επιχειρήσεων). Χρόνια πολιτικοποιημένος, με δυναμική επιχειρηματολογία. Θιασώτης της κοινωνικής συνείδησης, με βάση τις αρχές δικαίου και τελικό ζητούμενο το όφελος του γενικού συνόλου.