«Λοιπές Δημοκρατικές Δυνάμεις» είναι μια φράση που θυμάμαι να ακούω από τη δεκαετία του ‘80 τα βράδια των δημοτικών εκλογών. Εκείνη την εποχή ήταν αδύνατον να αριθμήσει κανείς τα αριστερά σχήματα και οι εκφωνητές έβαζαν στο τέλος τη φράση «και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις» για να ξεχωρίσουν τις «δυνάμεις της Αριστεράς και της Προόδου» από τις λεγόμενες δυνάμεις της Δεξιάς και της Συντήρησης. Προφανώς ήταν τόσο συχνή η χρήση του όρου, που μετά από την ανάδειξη της από τον δημοφιλέστατο εκείνη την εποχή Χάρυ Κλυν,  έγινε  «σλανγκικός» τρόπος για να πει κανείς «και τα λοιπά».

Αυτά θυμήθηκα με αφορμή την πρόσφατη προσχώρηση του Κώστα Μπαργιώτα στη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Σε πολλούς έκανε εντύπωση αυτή η μετακίνηση, καθώς ο βουλευτής Λαρίσης δεν είναι «επαγγελματίας πολιτευτής», ενώ μέχρι πρόσφατα ήταν ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στη Φώφη Γεννηματά. Κάτι που ισχύει στο πολλαπλάσιο για τον Λεωνίδα Γρηγοράκο, ο οποίος μετά από λίγους μήνες ανεξαρτησίας επέστρεψε στο «μαντρί».

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η προσχώρηση του Γιώργου Παπανδρέου στη ΔΗΣΥ, που στο παρελθόν είχε ζητήσει συνεργασία της Κεντροαριστεράς με τον ΣΥΡΙΖΑ ή το άρθρο του Νίκου Μπίστη, ο οποίος έχει περάσει από μύρια κύματα και κόμματα της Κεντροαριστεράς στο «Έθνος», με το οποίο αναφέρεται σε πιθανή μελλοντική συνεργασία της Κεντροαριστεράς με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Όλα αυτά, αν και περίεργα για τους μη μυημένους, για τα πολιτικά στελέχη της Κεντροαριστεράς είναι απλά ένα φαινόμενο, που συχνά απαντάται στην ελληνική πολιτική ιστορία. Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς, έχουν πολλάκις συναντηθεί και συνεργαστεί από τα φοιτητικά τους χρόνια σε τοπικό ή κλαδικό επίπεδο. Από δημοτικούς συνδυασμούς, που φέρουν τον τίτλο «Προοδευτική ή Δημοκρατική Κίνηση», από επιστημονικούς, επαγγελματικούς, έως φιλοπρόοδους και πολιτιστικούς συλλόγους.

Μάλιστα, επειδή η Ελληνική Κεντροαριστερά ήταν πλειοψηφική επί δεκαετίες, τέτοιου είδους συνεργασίες πολύ συχνά ήταν νικηφόρες και συνεπάγονταν συνέχιση της συνεργασίας και διανομή της εξουσίας. Υπήρξαν φορές, που αυτή η συνεργασία λειτούργησε ακόμη και σε εθνικό επίπεδο.

Η πρώτη φορά ήταν το 1956 όταν η παλιά Δεξιά, τα κεντρώα κόμματα και η ΕΔΑ συνασπίστηκαν στη Δημοκρατική Ένωση, προκειμένου να αποτραπεί η κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η συνεργασία έγινε 7 μόλις χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου και λίγο μετά την εκλογική τακτική που αποτυπωνόταν στο σύνθημα «Τι Παπάγος, τι Πλαστήρας».

Η δεύτερη φορά που η Αριστερά συνεργάστηκε με το Κέντρο ήταν το 1963 όταν η ΕΔΑ δεν κατέβασε συνδυασμούς σε 24 από τις 55 εκλογικές περιφέρειες, προκειμένου να διευκολύνει την Ένωση Κέντρου να επιτύχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η τρίτη και τελευταία, ήταν το 1990 αμέσως μετά την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου, δηλαδή μετά το περιβόητο «βρώμικο ‘89». Τότε, ΠΑΣΟΚ και Ενιαίος Συνασπισμός συνεργάστηκαν στις μονοεδρικές περιφέρειες κατεβάζοντας κοινούς συνδυασμούς, προκειμένου να αποτρέψουν την αυτοδυναμία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Την επιτυχία ή αποτυχία αυτών των συνεργασιών έκρινε το εκάστοτε εκλογικό σύστημα. Στο ενδιάμεσο υπήρχαν συνεργασίες μικρότερης κλίμακας στον χώρο της Αριστεράς και του Κέντρου: το 1974 με την Ενωμένη Αριστερά, το 1977 με τη Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων, το 1981 με τη συνεργασία ΚΟΔΗΣΟ-ΚΑΕ. Όλα αυτά μέχρι το 1989, όταν δημιουργήθηκε ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου και ενέταξε κόμματα, σχηματισμούς και «ανένταχτους στον χώρο της Αριστεράς.

Από εκεί και πέρα ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμός συνεργάστηκαν σε αρκετές περιπτώσεις σε τοπικό και συνδικαλιστικό επίπεδο. Όσο το ΠΑΣΟΚ ήταν ισχυρό αντλούσε στελέχη από την Αριστερά (Βούγιας, Δαμανάκη, Ανδρουλάκης, Μπίστης κ.α.) ενώ από το 2012 και μετά άρχισε να συμβαίνει το αντίστροφο (Κοτσακάς, Κατσέλη, Κουρουμπλής, Τζάκρη κ.α.).

Σήμερα, η Δημοκρατική Συμπαράταξη φαίνεται να αναπτύσσει μια δυναμική σε επίπεδο στελεχών, με την προσχώρηση του ΚΙΔΗΣΟ, και κάποιων μονάδων (Μπαργιώτας, Ιλχάν, Γρηγοράκος), αλλά και με κάποιες επιτυχίες στο συνδικαλισμό, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ υποχωρεί.

Το βασικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο ποιες «δημοκρατικές δυνάμεις»  θα συμπράξουν, με στόχο να αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας ισχυρής Κυβέρνησης Μητσοτάκη, αλλά ποιος θα είναι σε αυτή τη συμπαράταξη το ΠΑΣΟΚ, ο μείζων εταίρος δηλαδή, και ποιοι θα αποτελούν τις λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις. Αυτό άλλωστε επεσήμανε στο πρόσφατο άρθρο του ο πολύπειρος σε αυτές τις διεργασίες Νίκος Μπίστης.

Το βασικότερο ερώτημα όμως είναι πόσοι εκλογείς συνεχίζουν να ψηφίζουν με κριτήρια Αριστεράς – Δεξιάς ή αν τελικά αποδειχθεί ότι έχουμε αφήσει πίσω μας μετά το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ, αυτούς τους διαχωρισμούς πολιτικής γεωγραφίας και αυτούς που τους εκφράζουν.

* Ο κ. Δημήτρης Σ. Παπαγγελόπουλος είναι Σύμβουλος Στρατηγικής & Επικοινωνίας, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Νέας Δημοκρατίας